μετριότητες

στις ώρες που σχολάμε έχουμε εναποθέσει τις τελευταίες μας ελπίδες. κοιτώντας το ρολόι να σμπρώχνει όπως-όπως τον χρόνο τείνουμε να πιστεύουμε πως όπου να 'ναι κάτι θα συμβεί πως όλο και κάποιος θα τ' αλλάξει όλα αυτά και εμείς θα πούμε - ναι, πάμε.

σε ανόητες προσθαφαιρέσεις, δεκαπέντε χρόνια μετά τα δέκα και άλλα δεκαπέντε πριν τα σαράντα απαντάμε /ας πίνουν στην υγειά μας οι λεύτερες/ κι ας είναι όλες τους δέσμιες σε μια ανάγκη που μας τρώει τα σπλάχνα - όπως ανοίγουμε τα μάτια το πρωί να κοιτάμε δυο φορές το τηλέφωνο - η δεύτερη μήπως την πρώτη δεν είδαμε καλά - γάγγραινα και σκορβούτο από το πολύ περπάτημα στη σανίδα του πλοίου διπλό λουπ και προσγείωση στο πεζοδρόμιο, πού το 'χες πάλι το μυαλό σου \ πάλη, ταξική μουρμούρισε ο σερβιτόρος παρά κει \ τα μάτια στύλωσαν όλοι στον ήχο* που ακούστηκε από το βάθος των θεμελίων της τρεισκατάρατής μας πόλης.

*άλλοι λένε πως ήταν το μετρό/ άλλοι του μεγαλέξανδρου η γοργόνα - πλάσματα θρυλικά εκτρέφονται στις εθνικές μας συνειδήσεις ενώ εμείς πίνουμε ακόμα μία μπύρα των δυόμιση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου