Είναι άνοιξη ξανά, Halina Poświatowska (μετάφραση)

Είναι άνοιξη ξανά, άνοιξη τόσο παράδοξα οικεία: γιατί τότε η ποίηση πνίγεται με το σάλιο της; Το δέντρο έξω από το παράθυρό μου λογοκλέβει για εικοστή συναπτή χρονιά, προσθέτοντας πράσινα φύλλα σε πράσινα φύλλα. Τα άνθη της κερασιάς δεν διαφέρουν από την πρώτη κερασιά, η ίδια μυρωδιά με χτες διαποτίζει τον αέρα. Και, παρότι οι γέροι λένε πως είναι ενοχλητικό, η αδερφή μου φιλάει κάποιον κάτω από το ίδιο δέντρο στο οποίο φιλιόμουν κάποτε κι εγώ, μιμούμενη πάντοτε το πρώτο φιλί. Θα μπορούσα ακόμα να σου πω για τα γρασίδια, όλα τα γρασίδια που βλάστησαν από σπόρους πιστά κι επίμονα, το ίδιο, το ίδιο ακριβώς γρασίδι όπως μήνες πριν. Ο κόσμος δεν φοβάται να αντιγράψει όταν πρόκειται να φτιάξει νέα ζωή, και πάντα εξίσου παράδοξος και μονότονος μέσα στην επιμονή του είναι ο θάνατος. Γιατί τότε κρίνουμε τα ερωτικά ποιήματα, γιατί τα κατηγορούμε για την έλλειψη αιδούς τους και τα πρωτόγονά, χαοτικά τους βογκητά ευχαρίστησης, που πιστά αντιγράφονται αιώνες τώρα, αδιάφορα για το ποιος τα διαβάζει;


Τι είναι κινητό τηλέφωνο; Mairead Byrne (μετάφραση)

Κινητό τηλέφωνο είναι ένα είδος ρολογιού. Δεν το

χρησιμοποιείς για να δεις την ώρα. Αν και

φυσικά και μπορείς. Το χρησιμοποιείς για να βεβαιωθείς πως 

υπάρχεις. Στο μπαλκόνι — βρίσκομαι 

ακόμα εδώ; Στον δρόμο — βρίσκομαι εδώ; Στο

αμάξι — και τώρα, βρίσκομαι 

εδώ; Στη διασταύρωση — ω χριστέ μου 

άγνωστοι ολούθε — λεωφορεία — φορτηγά —

μαμά, στρίβω συνέχισε να μιλάς για όνομα

του θεούναι. Σου κάνεις σωματικό έλεγχο 

πιο αποτελεσματικά από κάθε μπάτσο.


Κινητό τηλέφωνο είναι ένα φορητό κρεβάτι. Ένα οικείο 

μέρος. Μεμβράνη φαγητού για το κεντρικό κτίριο

του μυαλού σου.


Τα κινητά τηλέφωνα είναι μια νέα διάσταση. Έχουν

φέρει επανάσταση στην αντίληψη 

του εντός & του εκτός. Δεν είσαι ποτέ εκτός. Εκτός 

αν είσαι σε κώμα. Κι όταν είσαι 

εντός, συχνά είσαι εκτός. Μπορεί να είσαι μέσα

στ' αμάξι σου, κουρνιάζοντας στα γόνατα

της καλής σου, εικονικά. Ή μουτρωμένος στον καναπέ,

κοιτάζοντας το τηλέφωνό σου να δονείται. Είσαι

«εντός» ή «εκτός»; Δεν μπορείς να πεις. Ένα κινητό

τηλέφωνο δημιουργεί πολλά αναπάντητα ερωτήματα

πάντοτε εντός εισαγωγικών.


Κινητό τηλέφωνο είναι ένα μοτέρ. Συνδέεις το κεφάλι

σου & προτού να το πάρεις χαμπάρι έχεις

ανταλλάξει ένα οικείο

πλαίσιο με ένα άλλο. Κινητό τηλέφωνο

είναι ένα τέιζερ που σε κρατά στο ενδιάμεσο ενώ

ταυτόχρονα δεν επιτρέπει καμία άλλη κατάσταση.

Βλέποντας τη Φίλη μου να Προσποιείται πως η Καρδιά της δεν Σπαράζει, Rosemerry Wahtola Trommer (μετάφραση)

Στη Γη, μόνο ένα κουταλάκι του γλυκού αστέρα νετρονίων

θα ζύγιζε έξι δισεκατομμύρια τόνους. Έξι δισεκατομμύρια τόνοι

ισούνται με το συνολικό βάρος κάθε ζώου

στον πλανήτη. Συμπεριλαμβανομένων των εντόμων. Επί τρία.


Έξι δισεκατομμύρια τόνοι μου φαίνονται αδιανόητο

μέχρι να αναλογιστώ πώς είναι να πνίγεις τον θρήνο-

ένα κουταλάκι του γλυκού, και είναι λες και έχεις καταναλώσει

έναν αστέρα νετρονίων. Πόσο πυκνό είναι,

πώς κουβαλάει μέσα του τη μνήμη της διάλυσης.

Πόσο δύσκολο είναι τότε να προχωρήσεις.

Πόσο αδύνατο είναι να πιστέψεις πως κάτι

θα μπορούσε να σηκώσει αυτό το βάρος.


Υπάρχουν πολύ λόγοι να συμπεριφερόμαστε η μια στην άλλη

με στοργή. Ένας από αυτούς είναι

το  θαύμα του να βρισκόμαστε εδώ μαζί

σε έναν πλανήτη που περιβάλλεται από άστρα που πεθαίνουν.

Ένας από αυτούς είναι ότι δεν μπορούμε να δούμε τι

έχει καταπιεί η καθεμία.

Άνδρας που μεταφέρει καναπέ - Tony Hoagland (μετάφραση)

Τι να συνέβη στη Σίντι Μόρρισον, εκείνη τη συμπαθητική νεαρή λεσβία;

Άκουσα πως μετακόμισε στην πόλη και σοβαρεύτηκε.

Αντάλλαξε τις αρβύλες της για ψηλά τακούνια και κομψό ταγιέρ.

Έχει ασφάλιση και κοπέλα δικηγόρο.


Προσωπικά, δεν θέλω να αλλάξω.

Είναι Ιανουάριος και ακόμα γράφω στο καρνέ μου Νοέμβρη.

Δεν θέλω να διαβώ το κατώφλι της χρονιάς.

Φοβάμαι πως κάτι θα καταρρεύσει πίσω μου.

Φοβάμαι πως το ίδιο μου το παρελθόν θα αρχίσει να με ξεχνάει.


Τώρα τα ηλιοβασιλέματα είναι σαν σάλτσα κράνμπερι

χυμένη πάνω στους κίτρινους λόφους, και ναι,

η ομορφιά αυτή είναι τόσο έντονη που πονάει —

πονάει γιατί δεν είναι προσωπική.


Κι ωστόσο κοιτάμε, καθόμαστε στα μπαλκόνια μας

και ατενίζουμε, — γεμάτοι ένταση, 

λες και κατεβάζουμε ένα σφηνάκι βότκα, σκέτο,

και έπειτα, νιώθουμε εξαγνισμένοι και λυπημένοι και κάπως Ρώσοι.


Όταν ο Ντέιβιντ βρέθηκε στην πόλη την προηγούμενη εβδομάδα,

του έκανα μια μεγάλη σκηνή για το πόσο στεναχωρημένος ήμουν

γιατί ήθελα στην επιστροφή να μεταφέρει στη Σούζαν

πως υπέφερα χωρίς εκείνη —


αλλά τότε έφυγε και ανακάλυψα

πως ήμουν δυστυχισμένος

—κάτι που με έκανε να νιώσω καλύτερα για μένα—

γιατί, στην τελική, δεν θέλω ο χρόνος να με αφήνει ανέγγιχτο.


Τι υπέροχη εκδρομή είναι αυτή,

αυτή η συνηθισμένη ζωή με τα μυρμήγκια και τα περιτυλίγματα των σάντουιτς,

με τα πρόστυχα ηλιοβασιλέματα και τις κηδείες-πακέτο για το σπίτι.


Και αυτός ο εξαιρετικά σύνθετος πόνος μέσα στο στήθος σου

αυτή η διαλυμένη επιθυμία

σαν ένα βαρύ έπιπλο μέσα σου

την κουβαλάς, σε καίει, σε ρίχνει —

τότε σταματάς, και ακουμπάς πάνω της.

Έχουμε αρκετές νεκρές φίλες - Lena Oleanderson (μετάφραση)

Έλα. Η πόρτα είναι ανοιχτή,
το σπίτι μου χάλια και
το ίδιο κι η καρδιά μου
αλλά η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή.
Έλα. Θα φτιάξω σούπα,
πιθανότατα από κατεψυγμένα αλλά
το σημαντικό είναι
πως και οι δυο θα φάμε.

Δεν χρειάζεται να πεθαίνεις,
αλλά αν πεθαίνεις,
ή αν νιώθεις πως πρόκειται,
ή αν η ζωή είναι δύσκολη,
πάρε με τηλέφωνο, και θα εμφανιστώ.
Δεν χρειάζεται να είναι και τόσο άσχημα,
δεν χρειάζεται να είναι διόλου άσχημα,
αλλά αν είναι, παρακαλώ πάρε με.

Θέλεις να κάνω τα ψώνια;
Θέλεις να σφουγγαρίσω;
Χρειάζεσαι να σε κρατήσουν σφιχτά;
Δεν χρειάζεται να πεθαίνεις για να κρατήσουν σφιχτά.
Αν θέλεις να είμαι εκεί, το θέλω.

Είμαι ξανά στο πάτωμα του μπάνιου,
και αναπνέω με δυσκολία,
και τρώω με δυσκολία, και κοιμάμαι με δυσκολία,
ο κόσμος είναι ένα βαρίδι
που παλλινδρομεί στο στήθος μου τελευταία.
Και το να είμαι ζωντανή είναι βαρύ απόψε,
αλλά έχουμε αρκετές νεκρές φίλες.
Έλα.

Θεωρία της Αντικειμενικής Κατάρρευσης - Ali Shapiro (μετάφραση)

Αν ένα δέντρο πέσει στη γειτονιά σου και διαλύσει ένα κόκκινο στέισιον βάγκον που τελικά δεν οδηγάς εσύ, μπορεί κανείς ν' ακούσει πόσο δυνατά χτυπάει ακόμα η καρδιά μου; Αν αφήσω φλύαρα, ασυνάρτητα μηνύματα στον τηλεφωνητή σου ζητώντας συγχώρεση στις τέσσερις το πρωί, παραμένει εντυπωσιακό πως έχω κόψει το ποτό; Και αν απλά σε καλέσω και το κλείσω; Αν σε κλείσω σε ένα κουτί με μια φιάλη δηλητήριο και μια ραδιενεργή πηγή, στο τέλος θα ερωτευτείς και πάλι μιαν άλλη; Και αν δεν ανοίξω ποτέ το κουτί, θα είσαι για πάντα ταυτόχρονα ερωτευμένος με μιαν άλλη κι εμένα; Αν μου λείπεις, γίνεται να μη θέλω να σε δω; Αν σε αγαπάω, γίνεται στ' αλήθεια να μη μου λείπεις; Αν υπάρχει μια στεγανή πόρτα ανάμεσά μας και χρειάζεται ένας δαίμονας για να ανοίξει, θα πλημμυρίζει το σώμα μου θερμότητα κάθε φορά που νομίζω ότι σ' ακούω να χτυπάς; Και αν το σώμα μου είναι ένα απομονωμένο φυσικό σύστημα εντός του οποίου η εντροπία δεν μειώνεται ποτέ, θα χόρταινα ποτέ αυτή τη θερμότητα; Κυματίζει η σημαία, ή κυματίζει ο άνεμος, ή συνεχίζει ο άνεμος να ρίχνει τα μαλλιά μου στα μάτια μου για να είναι λες και τα πάντα κυματίζουν; Αν σ' αγαπώ και μου λείπεις αλλά δεν θέλω να σε δω, και αν αρχίσω πάλι το ποτό, κι έπειτα θέλω να σε δω αλλά δεν ξέρω πού θα σε βρω, και όλα τα δέντρα στο πάρκο μοιάζουν να καταρρέουν, συμβαίνει στ' αλήθεια; Ή καταρρέω εγώ; Αν το έχω χάσει τελείως αλλά μοιάζω να το διαχειρίζομαι μπροστά σου, έχει κάτι στ' αλήθεια χαθεί; Κι αν σ' αγαπώ αλλά ξεχνάω να σ' αγαπώ, ή αν σ' αγαπώ και ξεχνάω να στο λέω, ή αν θυμάμαι το δωμάτιο και τα ρούχα στο πάτωμα και πού βρίσκονταν τα χέρια σου και πού τα δικά μου αλλά δεν θυμάμαι την πόρτα, τότε πού έχεις πάει;

Νυχτερινό Ντελίριο - Andrea Rivas (μετάφραση)

Ακολουθώντας την εντολή της κυρίας Ντάλαγουεϊ

βγαίνεις να αγοράσεις λουλούδια για να γεμίσεις

το ποτήρι μπίρας που ήπιες μαζί του

Λουλούδια στο χρώμα του

αποξηραμένα λουλούδια για να κρύψεις την απουσία του

Αλλά τα ανθοπωλεία της πόλης

δεν γνωρίζουν το χρώμα

της ξεθυμασμένης φλόγας.

Κανείς δεν κατάφερε να τις ζωγραφίσει

 –παρόλο που η βασίλισσα διέταξε να τους πάρουν το κεφάλι–

Σε κανέναν τόπο δεν βρέθηκε χρωστική ουσία που να μιμείται

Τον απαλό βρηχυθμό αυτής της φωνής


II

Η νύχτα ξεδιπλώνεται

το μπουκάλι από την κορυφή της βιβλιοθήκης

ψέλνει δικές σου λέξεις.

Διαβάζω τον φόβο σου.

Η αδυναμία σου μου κάνει χώρο

για να κρύβομαι από τις σκιές:

είναι η ευαλωτότητα που πια δεν κρύβεις

που μας δίνει ένα μέρος

όπου στυλώνουμε το βλέμμα.


III

είμαστε το κενό που έχει μείνει μέσα

στη σκόνη που συγκεντρώνεται στο βάθος

είναι η σκιά σου εμποτισμένη από τον φόβο μου

δίνοντας όγκο

στο αόρατο.

Η Πρώην του Επιμελητή - Caitlin Doyle (μετάφραση)

Επειδή έφυγες, παίρνω ένα βιβλίο στο κρεβάτι:

Η Φλόγα του Πάθους. Με το θηκάρι στον μηρό του,

ο Σερ Μάξιμος αποσπά την προσοχή της παρθένου

από την προσευχή της. «Το είδος έχει πεθάνει»,

έλεγες ενώ, παρασυρμένη από ιστορίες με γαμήλιους όρκους,

χιμούσα στο ράφι με τα Ρομάντζα. Έμαθα να λέω ψέματα

για τη μέρα μου, να συλλέγω Άρλεκιν κρυφά

όσο ήσουν στη δουλειά, το γραφείο σου γεμάτο

με κόκκινα στιλό. Μα πια με πιάνει χασμουρητό

όταν διαβάζω μετά τη γαμήλια νύχτα του ζευγαριού.

Κλείνω τη Φλόγα, πριν καν φτάσω στα μισά.

Το ξίφος του μαραίνεται ενώ εκείνη μιλάει ακατάπαυστα

για το πώς οι εραστές πρέπει να παραμένουν πιστοί. Θα έγραφα

ένα εναλλακτικό τέλος, αν μπορούσα, για σένα.

Σταματάω να Γράφω το Ποίημα - Tess Gallagher (μετάφραση)

για να διπλώσω τα ρούχα. Άσχετα από το ποιος ζει
ή ποιος πεθαίνει, παραμένω γυναίκα.
Θα έχω πάντοτε δουλειές να κάνω.
Φέρνω τα μανίκια της μπλούζας
μαζί. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει
τη στοργή μας. Θα επιστρέψω
στο ποίημα. Θα επιστρέψω στο να είμαι
γυναίκα. Αλλά προς το παρόν
υπάρχει μια μπλούζα, μια γιγαντιαία μπλούζα
στα χέρια μου, και κάπου ένα μικρό κορίτσι
που στέκεται δίπλα στη μαμά της
για να δει πώς γίνεται.

Το τέλειο, το οποίο θα περιγράψω σε 16 στίχους - Diane Seuss (μετάφραση)

τα σύννεφα είναι νυφικά για Μεγάλες Όμορφες τρανσέξουαλ, μπλε πουλιά

στο χρώμα του μαλακτικού που ξεβάφει στη μαξιλαροθήκη. Οι παππούδες μου

κοιμόντουσαν σε ξεχωριστά κρεβάτια σε ξεχωριστούς ορόφους τους σπιτιού, η γιαγιά μου φυλούσε τα παπούτσια της

στα αρχικά τους κουτιά, έκρυψα ένα μπισκότο πίσω από τον καναπέ γιατί ήθελα να ακυρώσω

την επιθυμία. Ποιος ζωγράφισε πάνω στο ξύλο; Ποιος συνέθλιψε το γυάλινο χριστουγεννιάτικο

δέντρο και επινόησε τα αστέρια; Η πράσινη οσμή των καρπών που λιώναμε στη μέγκενη

μέχρι να ελευθερώσουν τα αρώματά τους, η μυρωδιά της καυτής ασφάλτου και των τεράστιων ισοπεδωμένων βατράχων

απ' τα τρακτέρ. Φορούσε τότε ο κόσμος αποσμητικό; δέναμε τις πλεξούδες μας με

λαστιχάκια; πασπαλίζαμε με ζάχαρη τους τάφους; πηδούσαμε τον φράχτη και ανεβαίναμε

στα άλογα του νεκροταφείου, που οι χαίτες τους ήταν σαν τα μαλλιά Βρετανίδων μοντέλων;

Ο ουρανός είναι μεγάλος αλλά πεπερασμένος, η ζωή μου είναι λεπτεπίλεπτη όπως εκείνος ο σταυρός με αλυσίδα,

όμορφος σαν μακριά ασημένια τρίχα, που μου αγόρασαν οι γονείς μου για τα Χριστούγεννα τη χρονιά

που αποφάσισαν ότι θα χρειαζόμασταν τη θρησκεία κι ένα σκυλί. Η γριά έκλεψε

τον σταυρό, οι άνθρωποι εξελίσσονται σε συλλέκτες ή σε κοράκια και στριμώχνουν τεχνητές οδοντοστοιχίες

στα στόματά τους, το σκυλί έζησε για λίγο, έπειτα γλίστρησε κάτω από τις ρόδες

ενός σχολικού λεωφορείου στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος, όχι δεκαέξι γραμμές αλλά δεκαπτά, όχι παπαρούνες

αλλά μολόχες, οι σκούρες μωβ προς τις οποίες πετούν τα πουλιά και εξαφανίζονται