Το βλέμμα σου με κάνει να θέλω να πηδήξω από την ταράτσα
του μουσείου μοντέρνας τέχνης. Πώς μπορώ να
σου μιλήσω για τη ζωή μου; Χτες είδα από κοντά μια χελώνα
να τρώει το λουλούδι μιας πικραλίδας. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πώς
θα ένιωθες για κάτι τέτοιο. Συνέβη στο κινητό μου
όπου κυρίως ζω τώρα τελευταία. Δεν προσδοκώ
να καταλάβεις. Κλαίω με λυγμούς και με κοιτάζεις
με τα μεγάλα υγρά αγελαδίσια σου μάτια. Σου λέω πώς μοιάζει η άβυσσος.
Ακούω ανάσες. Είναι οι δικές μου. Δεν τρομοκρατήθηκα.
Η μοναξιά με συνδέει με μένα αλλά χρησιμοποιώ το τηλέφωνό μου
ως σφήνα, το χρησιμοποιώ για να μην έρθω σε επαφή με το ποιος
είμαι. Κανείς δεν θέλει να μεγαλώσει, ούτε καν τα παιδιά.
Θέλουν απλά να ψηλώσουν για να μην τα κοιτάζουν οι άλλοι
αφ' υψηλού. Τι είναι αυτό που βλέπουμε όταν γυρίζουμε
και κοιτάζουμε πίσω; Αλάτι; Πιπέρι; Θα πάρω και τα δύο. Όχι άλλες
ερωτήσεις. Το μόνο που θέλω είναι να σταθώ σε αυτό το λιβάδι μαζί σου,
μικρή αγελάδα, αυτό το λιβάδι που έφτιαξα στο μυαλό μου. Σε χαϊδεύω, κάνω
μικρούς θορύβους. Προσπαθείς να απομακρυνθείς αλλά κρατιέμαι από σένα,
τυλίγω τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό σου. Σκύβεις
το μαύρο κεφάλι σου, συνεχίζοντας να μασάς ό,τι μάσαγες και πριν.