ανθρωποφαγία

τρεις και πενήντα-περιμένοντας το κοτόπουλο να βγει απ' τον φούρνο

το τάπερ με το ταμπουλέ αποφασίζει να γλιστρήσει από το ράφι και να ανοίξει, σαν τριαντάφυλλο μέσα Ιούνη, μισό εντός-μισό εκτός της συσκευής. μαζεύοντας πεσμένη κόκκους σταριού, κρεμμύδι ξηρό σε κύβους, μαϊντανά και ντομάτες από το πάτωμα της κουζίνας με χαρτί που λιώνει στο εσωτερικό της παλάμης μου σκέφτομαι τον μπαμπά της Έπσιλον που διατεινόταν ότι το καλοψημένο και καλής ποιότητας κρέας δε θέλει σάλτσες/ δε θέλω κρέας, θέλω μόνο σάλτσες και δε μου αξίζει αυτή η Κυριακή, παρακαλώ να την ανταλλάξω με μια άλλη, ποτέ- ποτέ την Κυριακή δεν είναι ωραίο να τρέχεις, βλέπεις τη στατικότητα των άλλων και ταράσσεσαι ακόμα πιο πολύ

εύχεσαι, το σπίτι να ταν μια ιδέα σχετική, να μπορούσες να το κουβάλαγες στην τσέπη σου κι ανά πάσα στιγμή να απολαμβάνεις τα κενά δεκάλεπτα που κατά γενική ομολογία ξοδεύονται άδοξα πίσω από το τιμόνι. σπας ένα πιάτο χτυπώντας το με δύναμη στο χείλος του πάγκου, το ξεφλουδίζεις προσεκτικά, κόβεις το παράμεσο δάκτυλο και αλείφεις το αίμα πάνω στην πορσελάνη, κουταλιά την κουταλιά καταφέρνεις τελικά να το τελειώσεις όλο. σίγουρα χόρτασες, τώρα πρέπει να περιμένεις την πέψη να κάνει τη δουλειά της, Κυριακές και αργίες, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται

κάποτε είχα γράψει μια ιστορία για ένα ωμό κοτόπουλο σουβλάκι
πλέον δεν εμπιστεύομαι το φαγητό μου σε χέρια άλλων
συγγνώμη
μαμά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου