21 γραμμάρια

(μονόλογος ρυθμικός)

οι φωτογραφίες σου το λένε καθαρά: "έχεις τόσο πολύ αδυνατίσει". κι εγώ λιμάρω τα νύχια μου, καλά να σε γατζώσω από τη ράχη όταν πια στα σίγουρα δε θα χωράς στα χέρια μου να κάτσεις - σε κλωστή θα σε δένω να φέρνεις τύχη- στις τσέπες θα σου βάζω ψιχουλάκια να βρίσκεις το δρόμο, πέτρες μικρές της πόλης τα βότσαλα, να μπορείς να πατάς μη σε παίρνει ο αέρας

(σαν σε αφήγηση, χωρίς ιδιαίτερο φωτισμό, ήχοι πόλης και ένα κρουστό, ολοένα και αυξανόμενη ταχύτητα που λίγο πριν το τέλος γίνεται κάτι σαν αδράνεια)

του άρεσε να μην παίρνει ποτέ τον ίδιο δρόμο στη δουλειά. τα χε δοκιμάσει όλα. αμάξι, ποδήλατο, λεωφορείο, πόδια. αυτά ήταν όλα όσα προσφέρονταν σ' αυτή την πόλη. η αλήθεια είναι πως υπήρχαν και τα αναπηρικά καρότσια, αλλά αυτά μόνο για εξαιρετικές περιστάσεις. προσπαθούσε να φαντάζεται πως ζει μέσα σε μια διαφορετική αφήγηση κάθε μέρα. δεν κοίταζε ποτέ τον καιρό, να χει την έκπληξη της καταστροφής των ποτέ καλά οργανωμένων του σχεδίων. ποτέ σχεδίων. απλά άνοιγε το πανί της μικρής αυτής βάρκας που έκρυβε στην παλάμη του, την έδενε στη γλώσσα και αυτή τον έγερνε σε πέλαγα απέραντης λήθης και οργανωμένης αμαρτίας. πόσο πολύ φοβάται τους σκύλους. πόσο πολύ νυστάζει στις έξι. πόσα βήματα να ταν άραγε μακρυά απ' όταν συνέβη. δεν συνέβη, απλά έτυχε, ήταν η κακή στιγμή. εκεί που 'δενε τη βάρκα στην άκρη της γλώσσας φυσά ένας αέρας που σύρισε ανάμεσα στα πλευρά του μια μελωδία που σε δυο τρια χρόνια θα παιζότανε χιτ σε στέκια για εναλλακτικούς. και πέταξε. πάνω από τον πύργο του οτέ, τον ασημί όχι τον λευκό, πάνω απ' την τσιμισκή, πάνω απ' όλα ο πάοκ σ' αυτή την πόλη διάβασε γραμμένο σ' έναν τοίχο. προσγειώθηκε άτσαλα πάνω σε κάτι μαλακό. κάτι που σε μια αφήγηση χρόνια μετά μάθαμε πως ήταν η καρδιά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου