Πρώτη Ώρα Μ.Μ.

[όπως λέγαμε και μέσα στον κήπο, τα χρώματα συχνά σου βγάζουν τον χειρότερο σου εαυτό, θυμήσου πόσο μάλωσαν εκείνα τα παιδιά πάνω από ένα μαρκαδόρο. ώσπου τα άφησες να έρθουν σ εμένα που είχα στα χέρια μου κι άλλους]

η Γυναίκα κράταγε το σώμα με δυσκολία όρθιο ώστε να μη στηρίξει την πλάτη της πάνω στον γέρο με το κοστούμι το όχι και τόσο παλιό ενώ ο Άντρας που ήταν σαν να έτρωγε απ' αυτόν η Γυναίκα για να καταφέρνει να κρατά στη ζωή τον εαυτό της και τη σφαίρα - μέσα από το ύφασμα παλλόταν ακανόνιστα και τότε με το δάκτυλό του δεξιού χεριού ο Άντρας βρίσκει το σημείο συνάντησης, το μάτι μου έχει τα πάντα δει και πλέον οφείλω τα όσα γίναν να διηγηθώ
επόμενη στάση
επόμενη στάση κι ο ευγενής θρήσκος κύριος που σηκώνεται να δώσει τη θέση του στον όχι και τόσο γέρο άνθρωπο με το ελάχιστα φθαρμένο σακάκι στέκεται ανάμεσα σ'εμένα κι Αυτούς
η Γυναίκα με βλέπει πρώτη φορά κι ο Άντρας παραπέτασμα κρέμεται μπροστά απ' τη σφαίρα περιμένοντάς με- το βλέμμα μου πάνω στο κόκκινο κουμπί πέφτει ανάγλυφο στοπ που προϋπήρχε εκεί από τη στιγμή της δημιουργίας
όταν ταξίδευα στον Βορρά ένας περαστικός μου αφηγήθηκε το πώς η κάθε κουλτούρα προστατεύει τους αδυνάτους της. Εκείνοι στέκονται στη μέση του στροβίλου γνωρίζοντας πως αυτή η σφαίρα δεν θα χει το χρώμα που ταιριάζει με τους τοίχους αυτού του αστικού και πως τη γλώσσα δεν της έδωσαν ακόμα / μυς που μεγάλωσε μόνη της μέσα σε σπλάχνα - σπλάχνα ανθρώπων που τριγυρνούνε από ανάγκη στις αρτηρίες της Πόλης χωρίς να τους κοιτά ποτέ κανείς στα μάτια μην πετρώσει
σ' αυτόν τον Τόπο ό,τι λέξεις κι αν αρθρώσεις πάντα πρώτα βλέπουν κι ύστερα ακούν

ζητώ σε σι δίεση να αφήσουν τη Γυναίκα να σταθεί
ο κόσμος στον πύργο αρχίζει να μιλά. ισχυρίζονται κάποιοι στις γλώσσες τους - που ανάμεσά τους είναι και δική μου πως δεν είχανε δει τη σφαίρα ποτέ ως τότε, αν την είχαν δει θα-
ο Άνδρας δε μιλά, κρατά με το να χέρι τη Γυναίκα και προς το μέρος που υπέδειξε ο δεξής μου δείκτης κατευθύνονται - κόκκινο μανό φαγωμένο από τη χρήση - το παρατηρώ ενώ εκείνοι μετρούν τα βήματα χορεύοντας το waltz no 2 του Shostakovich ανάμεσα στους Άλλους λες και δεν ήταν ποτέ εδώ, ίσως γιατί πολύ καλά γνωρίζουν πως ποτέ δε θα υπάρξουν
στο τέλος της κλίμακας η Γυναίκα με κοιτά και αρχίζει ξανά να περιστρέφεται γεννώντας μια δύνη που τους ρουφά

εκεί που ο Άντρας δεν είναι άντρας η Γυναίκα δεν είναι κι αυτή με τη σειρά της γυναίκα ενώ η σφαίρα ξεκινά να φωτίζει και η λάμψη της αντανακλάται σε όλους τους καθρέφτες του λεωφορείου, ανάβουν τα φλας, σταματούν τα φανάρια, γυαλίζουν οι δρόμοι, το δέρμα της απορροφά τον κραδασμό, το γέλιο της στο δικό του γίνεται Γλώσσα και μπορώ τώρα όλα να τα καταλάβω, όλα, κατεβαίνω και όπως κλαίω δάκρυα αρχίζουν να πλημμυρίζουν την Λεωφόρο, οι πεζοί ανεβαίνουν στις στάσεις των λεωφορείων για να γλιτώσουν, μα πολύ δεν ακούω τις προσευχές τους γιατί προνόησα και σ΄αυτή την ιστορία έκλεισα ένα μόνο ζευγάρι στην Κιβωτό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου