Στο πρωινό ξύπνημα απολάμβανε να ανακατέβει δυο γουλιές καφέ και λίγο φέισμπουκ.
Μερικές φορές έλεγε πως πρέπει να αλλάξει τη ζωή, να γίνει πιο μεγάλο της κομμάτι η ευτυχία, να προσθέσει αθλητικές συνήθειες μαζί με διατροφικές, να κάνει και καμιά οικονομία για κάνα ταξιδάκι. Υπήρχαν μέρες που σχεδόν τα κατάφερνε να αγγίξει την λεγόμενη παραγωγικότητα: έξω απ' το κρεβάτι στις 8, φαγητό στις 3, μετρημένες μερίδες, καταγραφή εσόδων-εξόδων και φυσικά προγραμματισμένα ραντεβού. Εκείνες τις μέρες αν προσπαθούσε αρκετά λίγο πριν κοιμηθεί και για δέκα περίπου λεπτά ένιωθε "άνθρωπος". Δυστυχώς οι περισσότερες φορές δεν ομοίαζαν με την παραπάνω περιγραφή των αφηγημένων πράξεών: η πλειοψηφία των ημερών συγκέντρωνε αϋπνίες ή υπερ-υπνίες, αφαγία με αναγούλες ή υπερφαγία, ενώ είχε μια τεράστια πέτρα για θλίψη και παρέα. Την προτιμούσε από τους περισσότερους ανθρώπους που γνώριζε: η τριβή της ήταν αληθινή επαφή όπως κατέβαινε απ' τον λαιμό αργά σε κάθε κατάποση, ειδικά όταν σκεφτόταν πως το τηλέφωνο δε χτυπάει στο κατάλληλο σημείο ή ακόμα και πως όταν χτυπάει δεν περιλαμβάνει την αναμενόμενη περιεκτικότητα σε κλήση. Μετά τον οισοφάγο καθόταν στην καρδιά και τη βάραινε τόσο που δεν μπορούσε καλά καλά να χτυπήσει. Τότε ήταν που αναγκαζόταν να παίρνει ανάσες απ' το στόμα σαν σκύλος με τη γλώσσα έξω, στην άκρη της οποίας έπεφταν δάκρυα ποτάμι, μέσα στο οποίο είχαν εκβάλλει ρυάκια μύξας στην πορεία τους προς το πάτωμα.
Διάβαζε βιβλία με τίτλους όπως "η ζωή πριν και μετά την κατάθλιψη", έκανε ευφυή ποστ στο ινσταγκραμ και αν δεν βαριόταν έπινε μπύρες ή τέχνη, σε λίγο καιρό αν συνέχιζε με αυτούς τους ρυθμούς θα την έτρωγε κιόλας αφού το τελευταίο απόθεμα χρημάτων μιας παλιότερης και καλύτερης ζωής έφτανε στο τέλος του. Συχνά κοίταζε το ταβάνι με τις ώρες αναζητώντας απάντηση στη μεγάλη απορία. Δεν είχε καταφέρει να διώξει τη συγκεκριμένη σκέψη τα τελευταία αρκετά χρόνια και έτσι πλέον συγκατοικούσε μαζί της, την έβαζε να στέκεται στο σαλόνι και της έφτιαχνε καφέ τα πρωινά που ξύπναγε νωρίς. Είχε δει τη φράση σε μια εικόνα στο τάμπλερ, και όπως κάθε τι στο διαδίκτυο της είχε δώσει τον ελάχιστο δυνατό βαθμό προσοχής. Η μοίρα όμως είχε διαφορετικά σχέδια και μια Δευτέρα κάποιος είπε αυτή τη φράση ενώ βαριεστημένα ανακάτευε το τελευταίο παγάκι στον πάτο του φρέντο εσπρέσο: Πάγωσε. Ξόδεψε οκτώ μερόνυχτα μέχρι να θυμηθεί πού την είχε ξανακούσει, ρώτησε γονείς γνωστούς και φίλους μέχρι που αποφάσισε να κάνει το έσχατο βήμα και σαν στίχο από τραγούδι στο ράδιο να την πατήσει στο γκούγκλ. Η απάντηση βγήκε περιωπής στην οθόνη στα ελληνικα και σε μερικές δεκάδες ακόμα γλώσσες- αυτό δεν μπορεί να σημαίνει παρά μόνο ένα πράμα: Έχουμε στα χέρια μας κάτι βάιραλ. Πράγματι, η φράση άνηκε σε σπουδαίο συγγραφέα των καιρών μας, και μάλιστα την έβρισκε κανείς μέσα στο πιο γνωστό του βιβλίο - που ως τότε δεν είχε διαβάσει. Δανείστηκε το βιβλίο και αναζήτησε τη φράση ξανά και ξανά. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα μέσα του: αυτή η φράση μπορούσε να ζήσει μόνο έξω από αυτό. Πάγωσε πάλι. Γκούγκλαρε αν ο συγγραφέας ζει ακόμα. Διάβασε μερικές ερμηνείες επί του αποσπάσματος. Πλέον δε μπορεί να ανακαλέσει τι αποτελέσματα είχε βρει- όμως κάθε φορά που φέρνει στο μυαλό τη συγκεκριμένη φράση αναγνωρίζει πως τίποτα πια δε θα καταφέρει να είναι ξανά το ίδιο.
Κάποιες μέρες κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να θυμηθεί πως ήταν η ζωή πριν την αλήθεια, αν κάποτε υπήρξε μια ποιότητα ευτυχίας την οποία μπορούσε να απολαύσει, ή αν γεννήθηκε έτσι. Φυσικά και έβρισκε μερικές δεκάδες εξαιρετικών στιγμών, όταν όμως εστίαζε σε αυτές, ένιωθε την πέτρα να εξαφανίζεται μαζί με την καρδιά. Ανήκουστο! Κι όμως όταν προσπαθεί κανείς να εστιάσει σε μια στιγμή ευτυχίας του παρελθόντος, προκειμένου να αντέξει το παρόν, το πιο πιθανό είναι να κάψει την καταχώρησή της στον σκληρό συθέμελα. Γι' αυτό και έχει δημιουργήσει μια σειρά αποδεκτών αναμνήσεων αποδεδειγμένης φρίκης, οι οποίες αποδεικνύονται πολύ πιο αποτελεσματικές στη διαχείριση κρίσεων: Το τσουνάμι της Ιαπωνίας, οι Δίδυμοι Πύργοι, η πρώτη φορά που δεν έλαβε ερωτική ανταπόκριση, νεκρός σκύλος, σπασμένα ντιβιντί, μια σειρά από μπλουζάκια και παντελόνια που όταν τα φόραγε ένιωθε αυτό το συναίσθημα μερικών ονείρων όπου περπατάς στο διάδρομο του σχολείου ή στο δρόμο ενώ είσαι γυμνός μόνο με τις παντόφλες.
Διάβαζε βιβλία με τίτλους όπως "η ζωή πριν και μετά την κατάθλιψη", έκανε ευφυή ποστ στο ινσταγκραμ και αν δεν βαριόταν έπινε μπύρες ή τέχνη, σε λίγο καιρό αν συνέχιζε με αυτούς τους ρυθμούς θα την έτρωγε κιόλας αφού το τελευταίο απόθεμα χρημάτων μιας παλιότερης και καλύτερης ζωής έφτανε στο τέλος του. Συχνά κοίταζε το ταβάνι με τις ώρες αναζητώντας απάντηση στη μεγάλη απορία. Δεν είχε καταφέρει να διώξει τη συγκεκριμένη σκέψη τα τελευταία αρκετά χρόνια και έτσι πλέον συγκατοικούσε μαζί της, την έβαζε να στέκεται στο σαλόνι και της έφτιαχνε καφέ τα πρωινά που ξύπναγε νωρίς. Είχε δει τη φράση σε μια εικόνα στο τάμπλερ, και όπως κάθε τι στο διαδίκτυο της είχε δώσει τον ελάχιστο δυνατό βαθμό προσοχής. Η μοίρα όμως είχε διαφορετικά σχέδια και μια Δευτέρα κάποιος είπε αυτή τη φράση ενώ βαριεστημένα ανακάτευε το τελευταίο παγάκι στον πάτο του φρέντο εσπρέσο: Πάγωσε. Ξόδεψε οκτώ μερόνυχτα μέχρι να θυμηθεί πού την είχε ξανακούσει, ρώτησε γονείς γνωστούς και φίλους μέχρι που αποφάσισε να κάνει το έσχατο βήμα και σαν στίχο από τραγούδι στο ράδιο να την πατήσει στο γκούγκλ. Η απάντηση βγήκε περιωπής στην οθόνη στα ελληνικα και σε μερικές δεκάδες ακόμα γλώσσες- αυτό δεν μπορεί να σημαίνει παρά μόνο ένα πράμα: Έχουμε στα χέρια μας κάτι βάιραλ. Πράγματι, η φράση άνηκε σε σπουδαίο συγγραφέα των καιρών μας, και μάλιστα την έβρισκε κανείς μέσα στο πιο γνωστό του βιβλίο - που ως τότε δεν είχε διαβάσει. Δανείστηκε το βιβλίο και αναζήτησε τη φράση ξανά και ξανά. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα μέσα του: αυτή η φράση μπορούσε να ζήσει μόνο έξω από αυτό. Πάγωσε πάλι. Γκούγκλαρε αν ο συγγραφέας ζει ακόμα. Διάβασε μερικές ερμηνείες επί του αποσπάσματος. Πλέον δε μπορεί να ανακαλέσει τι αποτελέσματα είχε βρει- όμως κάθε φορά που φέρνει στο μυαλό τη συγκεκριμένη φράση αναγνωρίζει πως τίποτα πια δε θα καταφέρει να είναι ξανά το ίδιο.
Κάποιες μέρες κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να θυμηθεί πως ήταν η ζωή πριν την αλήθεια, αν κάποτε υπήρξε μια ποιότητα ευτυχίας την οποία μπορούσε να απολαύσει, ή αν γεννήθηκε έτσι. Φυσικά και έβρισκε μερικές δεκάδες εξαιρετικών στιγμών, όταν όμως εστίαζε σε αυτές, ένιωθε την πέτρα να εξαφανίζεται μαζί με την καρδιά. Ανήκουστο! Κι όμως όταν προσπαθεί κανείς να εστιάσει σε μια στιγμή ευτυχίας του παρελθόντος, προκειμένου να αντέξει το παρόν, το πιο πιθανό είναι να κάψει την καταχώρησή της στον σκληρό συθέμελα. Γι' αυτό και έχει δημιουργήσει μια σειρά αποδεκτών αναμνήσεων αποδεδειγμένης φρίκης, οι οποίες αποδεικνύονται πολύ πιο αποτελεσματικές στη διαχείριση κρίσεων: Το τσουνάμι της Ιαπωνίας, οι Δίδυμοι Πύργοι, η πρώτη φορά που δεν έλαβε ερωτική ανταπόκριση, νεκρός σκύλος, σπασμένα ντιβιντί, μια σειρά από μπλουζάκια και παντελόνια που όταν τα φόραγε ένιωθε αυτό το συναίσθημα μερικών ονείρων όπου περπατάς στο διάδρομο του σχολείου ή στο δρόμο ενώ είσαι γυμνός μόνο με τις παντόφλες.
Τα πρωινά εκείνα (όπως είπαμε ήταν τα περισσότερα) κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να μην γιγαντώσει τη θλίψη: δεν μιλούσε στο τηλέφωνο, δεν κοίταζε αγγελίες εργασίας και κυρίως δεν έμπαινε στο ίντερνετ. Για να διαχειριστεί κάπως το τεράστιο ποσό χρόνου που απέμενε, πλήγιαζε τα χέρια και τα πόδια, αφαιρούσε τρίχες απ' το κεφάλι και στεκόταν στο παράθυρο για να παρατηρήσει τις γάτες. Αν όλα αυτά αποτύγχαναν, έκανε ένα ζεστό ή κρύο ντουζ, ανάλογα τι ένιωθε πως θύμιζε θάλασσα εκείνη τη μέρα και αυνανιζοτανε μέχρι να νυστάξει. Προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση ανάμεσα στη σύνδεση των δυο τελευταίων πράξεων, ωστόσο πάντα κατέληγε πως τίποτα απ' όσα κάνουμε δεν είναι λογικό και πως ποτέ δε θα αποκτήσουμε αληθινή γνώση για τους λόγους που μας κάνουν να νιώθουμε διαρκώς δυστυχείς την ίδια στιγμή που στατιστικά η ευτυχία είναι τόσο σπάνια. Μετά σκέφτηκε πως υπάρχουν και χειρότερα. Είναι αυτό που είχε καταφέρει να συγκρατήσει από τις ηθικοδιδακτικές προτάσεις που λέγανε όλοι όταν συναντιόντουσαν τα τελευταία χρονια: οφείλει να σκέφτεται θετικά όταν νιώθει άσχημα. Δυστυχώς η συμβουλή αυτή δεν έπιανε, κάτι που έπρεπε να το είχε υποπτευθεί από το γεγονός ότι ακόμα και όσοι τη δίνουν τόσο απλόχερα όταν κάτι χτυπάει τη δική τους ζωή σπάνια το εφαρμόζουν: ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΓΝΩΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ.
Ήταν μια μοναδική μέρα. Αφού δεν θα πεθάνω απόψε οφείλω να γλεντήσω, σκέφτηκε εκείνη τη μέρα. Κατάφερε να μεταπείσει τις σκέψεις και τις ορμές θανάτου. Περήφανα σχεδόν σηκώθηκε από τον καναπέ. Λίγα τετράγωνα πιο κει σταμάτησε στη βιτρίνα του καταστήματος με τα ρούχα που ποτέ δεν στέκονται στο σώμα με επάρκεια. Στην καινούρια διακόσμηση βρισκότανε το βιβλίο με Τη Φράση. Έκατσε στο σκαλοπάτι (πάλι καλά ήταν Κυριακή, δε θα το άντεχε να λάβει τόνους αχρείαστης συμπόνοιας από περαστικές γιαγιάδες ή κυρίες μέσης ηλικίας) και έκλαψε. Ενώ έκλαιγε ένιωθε εναλλάξ την πέτρα στην καρδιά να μεγαλώνει και καπάκι να εξαφανίζεται αφήνοντας μια τρύπα πίσω της. Αυτό συνέβη δεκάδες φορές, μέχρι που η πέτρα έπαψε πια να μπορεί να σφηνώνει την είσοδο ή έξοδο που δημιουργούσε η τρύπα, και ρουφήχτηκε μέσα της ολόκληρη η πόλη. Ισχυρίζεται πως πριν εξαφανιστεί ο τελευταίος κάδος από τη Μοναστηρίου, βρήκε την απάντηση στο ποιος ξέρει πώς να κάνει την αγάπη να μένει. Μετά, κοσμικό κενό και αστρική σκόνη περιστράφηκαν για εκατομμύρια χιλιάδες χρόνια, μέχρι να ξυπνήσει από ένα δυνατό μεγάλο "μπανγκ".
Ήταν μια μοναδική μέρα. Αφού δεν θα πεθάνω απόψε οφείλω να γλεντήσω, σκέφτηκε εκείνη τη μέρα. Κατάφερε να μεταπείσει τις σκέψεις και τις ορμές θανάτου. Περήφανα σχεδόν σηκώθηκε από τον καναπέ. Λίγα τετράγωνα πιο κει σταμάτησε στη βιτρίνα του καταστήματος με τα ρούχα που ποτέ δεν στέκονται στο σώμα με επάρκεια. Στην καινούρια διακόσμηση βρισκότανε το βιβλίο με Τη Φράση. Έκατσε στο σκαλοπάτι (πάλι καλά ήταν Κυριακή, δε θα το άντεχε να λάβει τόνους αχρείαστης συμπόνοιας από περαστικές γιαγιάδες ή κυρίες μέσης ηλικίας) και έκλαψε. Ενώ έκλαιγε ένιωθε εναλλάξ την πέτρα στην καρδιά να μεγαλώνει και καπάκι να εξαφανίζεται αφήνοντας μια τρύπα πίσω της. Αυτό συνέβη δεκάδες φορές, μέχρι που η πέτρα έπαψε πια να μπορεί να σφηνώνει την είσοδο ή έξοδο που δημιουργούσε η τρύπα, και ρουφήχτηκε μέσα της ολόκληρη η πόλη. Ισχυρίζεται πως πριν εξαφανιστεί ο τελευταίος κάδος από τη Μοναστηρίου, βρήκε την απάντηση στο ποιος ξέρει πώς να κάνει την αγάπη να μένει. Μετά, κοσμικό κενό και αστρική σκόνη περιστράφηκαν για εκατομμύρια χιλιάδες χρόνια, μέχρι να ξυπνήσει από ένα δυνατό μεγάλο "μπανγκ".
Η κούπα του καφέ είχε θρυμματιστεί στο πάτωμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου