Somewhere I read
that when they finally staggered off the mountain
into some strange town, past drunk,
hoarse, half naked, blear-eyed,
blood dried under broken nails
and across young thighs,
but still jeering and joking, still trying
to dance, lurching and yelling, but falling
dead asleep by the market stalls,
sprawled helpless, flat out, then
middle-aged women,
respectable housewives,
would come and stand nightlong in the agora
silent
together
as ewes and cows in the night fields,
guarding, watching them
as their mothers
watched over them.
And no man
dared
that fierce decorum.
Κάπου διαβάζω
πως όταν επιτέλους συρθήκαν απ' το βουνό
σε κάποια περίεργη πόλη, ξεμέθυστες,
βραχνιασμένες, ημίγυμνες, με θολό βλέμμα,
ξεραμένο αίμα κάτω απ' τα σπασμένα τους νύχια
και πάνω στους νεανικούς γοφούς,
κι ακόμα γιουχάιζαν και αστειεύονταν, ακόμα προσπαθούσαν
να χορέψουν, κλυδωνίζονταν και στρίγγλιζαν, αλλά έπεσαν
ξερές στον ύπνο στους πάγκους της λαϊκής,
χυμένες αβοήθητες, εντελώς, τότε
μεσήλικες γυναίκες,
αξιοσέβαστες νοικοκυρές,
εμφανίστηκαν και στάθηκαν όλη τη νύχτα στην αγορά
σιωπηλές
μαζί
σαν προβατίνες και γελάδες στα νυχτερινά βοσκοτόπια,
φυλάγοντας, προσέχοντάς τες
σαν μάνες τους
προστατεύοντάς τες.
Και κανένας άνδρας
δεν τόλμησε να ταράξει
αυτή την άγρια ευπρέπεια.
that when they finally staggered off the mountain
into some strange town, past drunk,
hoarse, half naked, blear-eyed,
blood dried under broken nails
and across young thighs,
but still jeering and joking, still trying
to dance, lurching and yelling, but falling
dead asleep by the market stalls,
sprawled helpless, flat out, then
middle-aged women,
respectable housewives,
would come and stand nightlong in the agora
silent
together
as ewes and cows in the night fields,
guarding, watching them
as their mothers
watched over them.
And no man
dared
that fierce decorum.
Κάπου διαβάζω
πως όταν επιτέλους συρθήκαν απ' το βουνό
σε κάποια περίεργη πόλη, ξεμέθυστες,
βραχνιασμένες, ημίγυμνες, με θολό βλέμμα,
ξεραμένο αίμα κάτω απ' τα σπασμένα τους νύχια
και πάνω στους νεανικούς γοφούς,
κι ακόμα γιουχάιζαν και αστειεύονταν, ακόμα προσπαθούσαν
να χορέψουν, κλυδωνίζονταν και στρίγγλιζαν, αλλά έπεσαν
ξερές στον ύπνο στους πάγκους της λαϊκής,
χυμένες αβοήθητες, εντελώς, τότε
μεσήλικες γυναίκες,
αξιοσέβαστες νοικοκυρές,
εμφανίστηκαν και στάθηκαν όλη τη νύχτα στην αγορά
σιωπηλές
μαζί
σαν προβατίνες και γελάδες στα νυχτερινά βοσκοτόπια,
φυλάγοντας, προσέχοντάς τες
σαν μάνες τους
προστατεύοντάς τες.
Και κανένας άνδρας
δεν τόλμησε να ταράξει
αυτή την άγρια ευπρέπεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου