έχω καταλήξει πως θα πεθάνεις από έμφραγμα ή τροχαίο. υπάρχουν μέρες που σκέφτομαι τι θα απαντήσω στο τηλέφωνο, αν θα πάω απευθείας στο νοσοκομείο να σε αναγνωρίσω ή αν πρώτα θα τελειώσω τη δουλειά μου. ιδανικά, δε θα ήθελα ποτέ μου να βρεθώ σε κηδεία, αλλά η ζωή και ο θάνατος των ανθρώπων μας ωθούν σε καταστάσεις που είναι ιδιαίτερα άβολες. τόσο άβολες όσο οι απαντήσεις που έχω πάρει κατά καιρούς
-εσένα τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;
-είναι εδώ και χρόνια νεκρός.
μετά, θυμάμαι τις πρώτες φορές που διάβασα φρόυντ, ή πράματα που μίλαγαν γι' αυτόν. ο Μπλουμ και η αγωνία της επίδρασης περιγράφουν τέλεια τα βράδια που δεν μπορώ να κοιμηθώ απ' το άγχος γιατί φοβάμαι πως όλα είναι ένα γονίδιο, ένα γονίδιο που τρέχει μες στις φλέβες των ανθρώπων και λίγοι μόνο μπορούν να μην το αποκτήσουν, αλλά ακόμα κι εκείνοι ποτέ δεν είναι βέβαιοι αν κόβουν τον ομφάλιο λώρο ή αν απλά τον καταπίνουν. πάντα να με πείσω πως ξεφεύγω προσπαθώ κι αν δεν τα χω καταφέρει κάπως προσεύχομαι σ' αυτό κι ας μην πολυπιστεύω σε πατέρες επουράνιους και μη καθώς εγώ τον δικό μου τον έχω σκοτώσει, νύχτα ήταν θυμάμαι, κρέμασα το πτώμα του σ' ένα τσιγκέλι να στραγγίξει και μετά διέσχισα το σαλόνι για να κάνω ένα άφιλτρο τσιγάρο old holborn κίτρινο με ασημί χαρτάκια. ήμουν νομίζω οκτώ χρονών
- θα σε φέρει η μαμά σου στο πάρτυ;
- έχει να επισκεφτεί τον μπαμπά στη φυλακή.
πισθάγκωνα δεμένες τις προσδοκίες μου κλειδωμένες στο υπόγειο, καμιά ένδειξη τρυφερότητας. θυμάμαι την Κάππα να γελάει στο σαλόνι να λέει βρήκα ό,τι μου έλειπε στην καινούρια μου σχέση: πατέρα- από εκεί και μετά τρομοκρατημένη ζυγίζω όσους ανθρώπους περνάνε στο δρόμο και βρίσκω διαφορές ομοιότητες, κοιτάω ένα-ένα τα αμάξια που πάρκαραν στην πυλωτή. δεν συγκινούμαι όταν κάποιος πεθαίνει στ' αλήθεια, μόνο στις ταινίες, ίσως φταίει πως προσπάθησα τόσο βαθιά να σκηνοθετήσω τη ζωή μου που τώρα μόνο μπορώ να την δω σ' επανάληψη (στο παρελθόν πάντα αναφέρομαι, αυτό γράφεται ξανά και ξανά) όπως μια φορά που στεκόμασταν δίπλα δίπλα και σου είπα πολύ δυνατά με τη σκέψη μου [μακάρι να πεθάνεις] και εσύ σχεδόν το 'κανες και από εκεί και πέρα έμαθα να λέω πολύ όμορφους λόγους για την αγάπη που ποτέ δεν έδωσες/ μισή/ μισοί/ μίση- μια νύχτα κάθισα και τα έβαλα κάτω, λέω, δεν μπορεί, δε γίνεται, κάτι πηγαίνει λάθος και μου απάντησαν όλοι αυτοί που τα δικά τους ξέρουν πως για τα δικά μου άδικο έχω.
μετά σηκώθηκα, πλήρωσα, ανέβηκα πάνω στο τραπέζι, χτύπησα τα πόδια μου ρυθμικά, είπα: π ρ έ π ε ι ν α π ά ψ ε ι
μετά σηκώθηκα, πλήρωσα, ανέβηκα πάνω στο τραπέζι, χτύπησα τα πόδια μου ρυθμικά, είπα: π ρ έ π ε ι ν α π ά ψ ε ι
όταν κάτι χάνεται υπάρχει ένα συγκεκριμένο αίσθημα πνιγμού που αναπαράγεται μέσα μας. ή έτσι συμβαίνει σ' εμένα και κάποιους ακόμα: νιώθουμε την καρδιά μας να συστέλλεται τόσο που φοβόμαστε πως στράγγιξε. για να διώξουμε αυτόν τον πόνο ο μόνος τρόπος είναι να βγάλουμε έναν λυγμό, να τρέξει το στραγγισμένο απ' την καρδιά αίμα σε δάκρυα. έχω προβάρει πολλές φορές, τι θα πω, τι θα φορέσω στην κηδεία σου. πως η καρδιά μου πια ούτε λίγο δε θα τρίξει καλά το ξέρω. και για τον βήχα έπινα όταν αρρώσταινα mucosolvan σιρόπι. αν θες να ξέρεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου