αιλουροειδή

0. καλαμιές στο μπαλκόνι ή στο γόνατο


ξεκοιλιασμένο περιστέρι που μάζεψα με τα δάκτυλα του δεξιού μου ποδιού στη γωνία του κήπου, τώρα διαβάζουμε στα σωθικά του τα μελλούμενα


στο σπίτι ελέγχω τις θύρες, διπλά τριπλά κλειδώματα, γρίλιες παραθύρων και παντζούρια σφαλισμένα, πρέπει να μη μπει κανείς. υποκρίνεσαι πως δε θέλει να μπει κανείς. τα βήματά μου νιώθω να λερώνουν τα πέλματα στα πλακάκια λίγο λίγο το δέρμα μου τρέπεται σε σκόνη κι ακάρεα. θα ήθελα να μην αντικρίσω ποτέ μου άνθρωπο ξανά και νιώθω πως εύκολα θα γέρναγα μόνη με δυο γάτες/
καθώς όλα μ ενοχλούν- δονήσεις και ήχοι κλήσεις τηλεφώνων. ειδοποιήσεις, κόρνες, πόρτες, γείτονες, ανάσες πιο δυνατές απ' τ' αναμενόμενο, πλατειασμοί της γλώσσας κατά τη μάσηση, φωνές βουητά δίχως νόημα στις ανθρώπινες κυψέλες μέλια στάζουν στην παλάμη μου και προσπαθώ να τα τρίψω να φύγουν με συρματάκι πιάτων από γυαλόχαρτο που πετάει τριγύρω πίδακες τα αίματα στη μπλούζα που έπλυνα ξεχνώντας να χωρίσω λευκά από μαύρα, καμιά χρωμοπαγίδα κανένα μαλακτικό, τοποθετώ τα μανταλάκια σε στρατηγικές θέσεις υπολογίζοντας τον χρόνο που χρειάζεται ένα απλωτήρι αν σετάρεις τα χρώματα και τα μεγέθη. κάπου εκεί μασουλώντας το νερόβραστο ρύζι μέσα από τη γαλατιέρα οραματίζομαι τη μέρα που θα μ' ενοχλήσεις κι εσύ, τη μέρα που θ' αναγκαστώ να πάρω γάτες





Ι. Γκάτεχ


Τέτοιες ώρες στους δρόμους εμείς και οι γάτες
Σου τρίβομαι με γλώσσα τεντώνομαι νευρικά στα βήματα στους δρόμους τινάζομαι και ανάμεσα μας οι αποστάσεις
Να τες
Τέτοιες ώρες στους δρόμους γράφω ποιήματα και εσύ σαν τις γάτες
Πέφτεις απ τον πέμπτο στα πόδια προσγειώνεσαι - μα εγώ
Κάθε Παρασκευή πιλάτες

II. This is not a love song?

όταν σε έχω αγκαλιά
και άξαφνα ξυπνώ πρωί βρίσκοντάς σε μες στα χέρια μου μεγαλόφωνα στον εαυτό μου λέω πως ποτέ δε θα θελήσω σπίτι, γάτες, παιδιά [αρκεί μόνο να έχω αυτά τα πέντε λεπτά] ούτε αμάξι, ούτε λεφτά, ούτε καλύτερη δουλειά

όσο τα χείλη μου αγγίζουν το λαιμό σου / του μέσα μου διαλύεται ο καπιταλισμός

ΙΙΙ. αλλεργικό σοκ
δρόμος δρόμος δρόμος
αριστερό δεξί δεξί αριστερό δεξί αριστερό δεξί 
τα πόδια μου στα πλακάκια της πόλης μια πελματική έκφανση της μεταπολίτευσης. την ίδια στιγμή που παλεύω να μην πατήσω τις γραμμές τους- εσένα σκέφτομαι τι κάνεις πάλι, τι κάνεις πάλι εγώ σταματώ να δω δυο γάτες- που τελικά είναι μία και τρίβεται πάνω στο χέρι μου
βράδια που δεν ξέρω αν κοιμάσαι ή αν απλά εγώ χωρίς εσένα ξυπνάω θέλω να τινάξω το σώμα μου στον αέρα, να με πετάξω στη μέση του δρόμου, να διαπεράσει σχολαστικά το μέσα μου ένας πίδακας φωτός, να με ρουφήξει μια ηλεκτρική σκούπα

τι θέλει αυτή η γάτα πάνω στο χέρι μου πάρτε σας παρακαλώ αυτή τη γάτα πάνω απ το χέρι μου σας παρακαλώ, ξεριζώστε προσεκτικά αυτή τη γάτα απ' το χέρι μου

               
ΙV. αυτεπίγνωση
εννοώ, Βήττα, καταλαβαίνεις
πως δεν επαναστατούμε γιατί γράφουμε μαλακίες στο ίντερνετ
και ριμπλογκάρουμε γάτες λες και δεν έχουμε να πετάξουμε τα σκουπίδια απ’ το καλαθάκι της τουαλέτας
[νευρικό τικ στον δεξή δείκτη/δεξί κλικ ναι αριστερό άνοιγμα σε νέα καρτέλα] 
άντε, πίνουμε και καμιά μπύρα στο ενδιάμεσο
καμιά μπύρα για το αποτελεσματικότερο δυνατό σβήσιμο της τελευταίας σπίθας που θα έκαιγε όλα αυτά που του ύπνου μας κάθε ελπίδα έχουν πνίξει

V. κιλ δε κάτ
η πιο συχνή αιτία θανάτου στις οικόσιτες γάτες το πιάσιμο στην ανάκλιση της πόρτας
κι αν λέω                     αν                          το κάνουν επίτηδες;
                                                  θα το λογίζουμε πια ως αυτοκτονία
ή ως πολιτική πράξη αντίστασης στα ατελείωτα βράδια που το πρόσωπό  της συνθλίβεται κάτω από το βάρος της παλάμης σου;
μετά από βράδια σαν αυτά πιάνω κάτι ξαμολημένες σκέψεις σου να μου γρατζουνάνε την πόρτα 
[μα δεν θ αφήσω να μπουν μέσα λέω
                                       και μετά σε ονειρεύομαι καταλάθος]
 η πίεση που ασκώ στον εαυτό μου 
βρύση που στάζει δυο σταγόνες αίμα απ’ τ αριστερό μου αυτί
απ' όσα έγιναν απόψε/ ζητάς να καταλάβω τι
δεν είμαστε του χάους μας ιππότες/ μονάχα
α ν υ π ό τ ακ τ α
αι λου ρο ει δή


VII. φόλα


οι δρόμοι γέμισαν νεκρά γατιά
μα κανείς δεν παραπονιέται πια
η γιαγιά μου γαζώνει ενώ 
προσπαθώ να σκεφτώ 
η φόλα που ρίχνουν στις γάτες πονά 
ή τις πνίγει ακαριαία ο θάνατος 
;
αν πονάει θα ρίξω λίγη στο γείτονα 
και μετά κομμάτι κομμάτι θα τον σκορπίσω στο δρόμο
είναι που μ’ ενοχλεί η ανάσα του απ τη δίπλα αυλή 

όπως εκείνον οι γάτες που κυλιούνται στο χόρτο






-------------------------------------------

[μια επιλογή από την παντοτινά αδημοσίευτη συλλογή "κανείς δε μου παίρνει πια σκύλο" ]




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου