ένας χώρος που η ανάμνησή σου έχει κάνει κατάληψη- ποτισμένο το άρωμά σου στους τοίχους όσοι κι αν τόλμησαν να τον κατοικήσουν. οι γείτονες παραπονιούνται για το θόρυβο, μα εγώ ξέρω πως είσαι εσύ που κινείσαι ρυθμικά σε τόνους άτονους "πώς μπορείς και τ' ακούς αυτά, ποτέ δεν κατάλαβα, ίσως γι' αυτό ποτέ δεν ταιριάξαμε, ίσως γι' αυτό δε θυμάσαι πόσες ελιές έχω από το κέντρο του ομφαλού μου ως το αριστερό μου γόνατο"
έξι
τον χώρο αυτό καθάρισα επιμελώς, άλειψα με σοβά τους τοίχους, έριξα θυμιατό στο μπάνιο- στην κουζίνα- στο μπαλκόνι/ πέταξα το κρεβάτι που 'χες γείρει γεμάτο απελπισία το κεφάλι σου κοιτώντας με στα μάτια όταν μου έμελλε πρώτη φορά να καταλάβω πώς είναι σ' έναν σύντροφο να μην επαρκείς. γιατί από ανεπάρκειες πάλι καλά είχα πείρα, όλες πέραν της νεφρικής, αν και γι' αυτή έχω μια ιστορία που επιβεβαιώνει μιαν αλλη μου ανεπάρκειά, αυτη του να σταθώ μες στα νοσοκομεία. μεγάλο πρόβλημα να μη μπορείς τις κλινικές αν είσαι γιατρός. έξι χρόνια με σπούδασα να μην είμαι καθόλου- κι όμως ξέρω σε κάθε νοσοκομείο της πόλης που γίνονται οι χημειοθεραπείες, οι λιθοτριψίες, οι εξετάσεις στον προστάτη, πού είναι το χειρουργικό, η μαιευτική, το γαστρεντερολογικό. το τελευταίο ιδιαίτερα έμελλε να παίξει ρόλο καθοριστικό στις αποφάσεις μου. έμαθα να χωνεύω τα πάντα, πέρα από τα μανιτάρια. δεν ξέρω αν σ' αρέσουν τα μανιτάρια, φαντάζομαι πως ναι. εμένα μ' αρέσει το μπρόκολο, κάτι που συνέβη ξαφνικά όταν γνώρισα τον έρωτα της ζωής μου. [ας μην προσπαθούμε διαρκώς να ορίζουμε τον έρωτα, με το να λέμε πως δεν υπάρχει] φαντάζεσαι συνεπώς την έκπληξή μου όταν διαπίστωσα πως δεν ήσουν εσύ. μετά, έφαγα αρκετό μπρόκολο και στο κατειλημμένο από την απουσία σου σπίτι δεν ξαναπάτησα ποτέ. μόνο έλεγχα τις βάνες μήπως κάτι τρέχει. αυτό που 'χει στερέψει όμως κανείς δεν το φούσκωσε απ' την αρχή ξανά. έτσι λειτουργούν οι κοίτες των ποταμών. τίποτα δεν μπορεί να πλημμυρίσει απ' την αρχή ένα ποτάμι, πέρα από μια κατακλυσμιαία βροχή, σαν αυτές των βιβλικών καταστροφών, μέσα στον λάκκο στέκομαι, περιμένω άλλες φορές τη βροχή, άλλες φορές τα λιοντάρια. άλλες φορές σκέφτομαι πως η ζωή είναι πολύ σύντομη για να ασχολούμαστε με τα κατειλημμένα από φαντάσματα σπίτια, πως ποτέ δε μ' ενθουσίαζαν οι ιστορίες του φανταστικού, και ότι αυτό το τελευταίο ίσως πιο πολύ απ' όλα μου κοστίζει, που όλα τα σκέφτομαι πολύ παραπάνω απ' όσο επιτρέπεται, που ζυγίζω τις λέξεις, μετρώ τις αποστάσεις των δακτύλων και των χειλιών, χρονομετρώ τα κοιτάγματα και τίποτα δεν αφήνω ελεύθερο να πετάξει μέσα από κόκκινες φωλιές πτεροδάκτυλων στον βράχο που γέρνει στωικά πάνω από το μικρό χωριό που βρίσκεται η γιαγιά μου, η γιαγιά μου που έφτιαξε τόσες ιστορίες για να με μεγαλώσει, πόσο πολύ θα απορούσε που δεν μπορώ να γεννήσω ούτε μία λέξη που να μην είναι απόλυτα πραγματική
υπάρχει ένα κατειλημμένο σπίτι, στ' όνομά σου γραμμένο κι από μένα αφημένο ξεκλείδωτο, με τουβάρια χλωμά και μπαλκόνια γκρεμίδια
υπάρχω κι εγώ, που ανακαταλαμβάνω μία μία τις αισθήσεις μου, πρώτα την αφή, μετά τη γεύση, την ακοή και πότε πότε καταφέρνω να ανάψω την όραση, με το ρεύμα το βραδινό, χαμηλότερη χρέωση σε όσα βλέπω, και γι' αυτά πάντοτε ακόμα πιο φτηνά μιλώ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου