επιστέγασμα / μοίρες σε χάρτη

επιστέγασμα το [epistéγasma]: 
χαρακτηρισμός για σημαντική πράξη, γεγονός κτλ. 
που ακολουθεί και ιδίως ολοκληρώνει 


μια σειρά από ενέργειες, γεγονότα κτλ.



είμαι καθισμένη με το να πόδι πάνω στ' άλλο- το λεγόμενο σταυροπόδι. έχω απλώσει στο πρόσωπό μου μια αλληλουχία γεγονότων τα οποία κρατάνε το  δέρμα μου σφριγηλό. έχω φαέι μερικά ποιήματα και ένα μπρόκολο για μεσημέρι. τα σκέτα λάικ συμβολίζουν πως με παρατηρείς αλλά δε θες να με πηδήξεις. όταν θες πατάς καρδιές ή ίσως ουάο. η τεχνολογία μας έχει κάνει νευρωτικούς με τον έρωτα, δεν μπορούμε να ακούσουμε έναν ήχο κι αυτόματα υποθέτουμε πως κάποιος κάτι έκανε ή είπε. μάλλον όχι, λέω και διπλώνω το μήνυμα κάτω απ' την πόρτα του καθιστικού σου, αυτό μεταφέρεται μέσω μερικών οθονών στο δεξί σου χέρι κι εσύ σαν γάτα στρίβεις το κεφάλι το κοιτάς, τι έγινε άραγε θες να πεις αλλά αντ' αυτού υψώνεις τον δεξή σου αντίχειρα. ηγεμονικά αδιάφορος- πατώ λάικ. η συζήτηση δε θα 'χει συνέχεια μέχρι να ολοκληρώσεις έναν ακόμα κύκλο ενδεχόμενων ερωμένων, μα εδώ που τα λέμε αυτή η πόλη είναι δυνητικά άπειρη σε δυνητικές συνευρέσεις. έτσι ίσως να μην τα πούμε ποτέ, γι' αυτό κάθε φορά που σ' αγγίζω προσπαθώ να φαντάζομαι πως είναι η τελευταία και έτσι ανάβω ένα τσιγάρο σέρτικο και βάζω στο φουλ τη μουσική στ' άμαξι ακόμα κι ας μην ταιριάζει με τα ντέρτια μου και προσπαθώ να με δω στον καθρέφτη του αυτοκινήτου, θα μαι άραγε όμορφη αρκετά όταν πεθάνω ώστε να με θυμούνται όλοι νοσταλγικά- πω τι μουνί ήταν ρε και πήγε και πέθανε. κι ήταν και έξυπνη. αλλά πάνω απ' όλα, είχε καλή καρδιά. με αυτή τη σειρά ίσως κι ίσως μ' άλλη να πας την ώρα που κλείνω την πόρτα του τσατ ρουμ να εισέρχεται μέσα από το μπάνιο λουσμένη φρέσκια έτοιμη με τα λευκά της στήθη σαν ζωγραφιά του Μποτιτσέλι, Αφροδύτη αναδυόμενη, όχι δεν ήταν από λάθος. το υ έχει συμβολιστικές προεκτάσεις ενώ το γιώτα όχι τις κατάλληλες γι' αυτή την αφήγηση, εκτός αν θέλεις να μιλήσουμε για τις στήσεις σου, που νομίζω πως δεν θα έχουμε και πολύ εξεζητημένο αποτέλεσμα. συνεπώς θα ασχοληθούμε με τους δικούς μου τρόπους να εφαρμόζω στα χέρια σου. τους μελετώ πολύ. μ' εσένα ή άλλους άντρες. όταν θεωρήσω πως ένας έχει τελειοποιηθεί τον επαναλαμβάνω μέχρι να πάψει να πηγαίνει λάθος και τότε είναι που έχει καταστεί πια βαρετός και επειδή επαναλαμβάνομαι ακόμα μια φορά δε θα μακρηγορήσω για πολύ ακόμα αλλά ειλικρινά, όπως στέκομαι εδώ στην άκρη του μπαλκονιού μου, το οποίο εκτείνεται από την οθόνη και τα όρια του πληκτρολογίου μέχρι το τέλος της πλάτης μου στην καρέκλα και κοιτάζω το δρόμο και σκέφτομαι νοσταλγικά τους ρωμαίους αυτής της πλάσης, προσπαθώ να ανακαλέσω ακριβώς τον τρόπο που το είπε ο Σέξπηρ αλλά δεν τα καταφέρνω ιδιαίτερα, οπότε το googlάρω, το ποστάρω και αυτό. ναι. όντως. αυτό.

---------------------------------------------
μου γλίστρησε το μυαλό πάνω απ’ τον χάρτη, έσταξε απ’ τη μύτη μου στάλα στάλα ψάχνοντας το πού είσαι, πού θα πας και πού δε θα σε δω να περνάς από λάθος ποτέ ξανά. ανάσανα σε ρυθμό οκτώ όγδοα. το μυαλό μου σχημάτιζε λιμνούλες πάνω απ’ το πληκτρολόγιο ενώ το maps φώναζε πως δεν είναι δυνατόν να διανύσω αυτή την απόσταση με τα πόδια. άρχισα να ζουμάρω και να κοιτάζω τις προσόψεις των κτηρίων. σε ποιο θα μένεις άραγε; πόσο καιρό θα σου πάρει να καλέσεις ένα άτομο στο σπίτι, να του ανοίξεις την καρδιά σου, να του δώσεις κλειδί να ταΐζει το καημένο το ζωντανό όσο λείπεις/ άγνωστες οι βουλές του Κυρίου, κι εγώ κοιτάζω εισιτήρια, τυχαία να δω πόσο θα βγει ένα ταξίδι αναψυχής με φίλους ή αίσθημα να βάλω το καλό μου φόρεμα, να φορέσω τα καινούρια παπούτσια που αν περιμένω να τα δεις όταν γυρίσεις δε θα χουν σόλες, να πέσω με φόρα πάνω στην πλάτη σου (δήθεν τυχαία), να φωνάζω δυνατά “πω μαλάκα μας γάμησες δε βλέπεις πού πας; ολόκληρος χάρτης και βρήκες να κρυφτείς εδώ; έχω μάθει πέτρα πέτρα ασβέστη ασβέστη όλο το μέρος κι ακόμα δεν κατάλαβα πού νοίκιασες, αν και ρώτησα κάτι γνωστούς κι είπαν όλα καλά, καλά περνά, όπως πάντα- ξες ρε έψιλον πώς πάνε αυτά, κακό σκυλί, ψόφο δεν”, να συμπιεστούν τα πνευμόνια μου τόσο μέσα στα πλευρά μου από την πρόσκρουση που να μη μπορείς να βοηθήσεις, που να μην μπορώ πια να πάρω διαφραγματική αναπνοή ποτέ ξανά-ποτέ και εξ’ αιτίας αυτού να μη μπορώ πια ούτε να πάρω μέρος σε άσκηση υποκριτικής, να απαγγέλω Σεφέρη και να κλαίω στο πάτωμα της κουζίνας λες και ζούμε κάπου στο χίλιαενιακόσιαεξήντα και μ’ άφησες γκαστρωμένη στο τρίτο παιδί και μ’ απλήρωτο νοίκι/ ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες που να κοιτάζεις- αν και εδώ που τα λέμε, μια χαρά ήξερες, πάντα


https://www.youtube.com/watch?v=A-fX7EyMsys )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου