γράμματα με ερωτική απεύθυνση (compilation λήψη1)

i.
Σ' όλο το δρόμο δε μίλησες. Σκεφτόμουν πόσο μου ταιριάζει το μαύρο, το έλεγες συχνά πως όταν μαύρα τα βάφω είμαι ο πιο όμορφος άνθρωπος στην πόλη. Οι περισσότεροι λένε πως μου πάει στα μάτια να γελάω μα εσύ αγαπάς την απέραντη των ημερών μου θλίψη αλειμμένη στις βλεφαρίδες μου σαν βούτυρο. Σε ρωτώ, γιατί ταξί. Επειδή βιάζομαι να σε σκεπάσω με το σεντόνι/ σαν πτώμα σε νεκροτομείο, τα πέλματα μου αποζητούν καρτελάκι κρεμασμένο στο ελάχιστο δάκτυλο. Τριγυρνάς την ηβική περιοχή σαν μέλισσα ενώ προσπαθώ να καταλάβω γιατί δεν μπορώ ν ανθίσω σ' άλλα χέρια. Τα χείλη σου έχουν τη γεύση και η φωνή σου την τονικότητα της ευτυχίας μου / εσύ τη δική σου κρατάς γερά σφαλισμένη ανάμεσα στην παλάμη σου και το ποντίκι του υπολογιστή. Νύχτες Παρασκευής δεν εκτίμησα ποτέ μου, τις εξόδους απεχθάνομαι- μα νομίζω μετά από τα μακρόσυρτα χωρισμένα μας βράδια, οι γωνίες μας λειαίνονται- κουμπώνουμε πιο σωστά²

ii.
Τα βράδια κρύβομαι για να με γδύσω μα σε κοιτώ προκλητικά μπας και θελήσεις να χώσεις το χέρι σου βαθιά στις τσέπες μου ζητώντας αναπτήρα, καπνό ή αφορμή για να πιάσεις το οστό της λεκάνης μου και να πεις “δεν έχω ξανααιστανθεί κάτι τόσο αιχμηρό όσο τα λόγια σου όταν γράφεις για άλλους. θέλω και για μένα να πεις κάτι”
Κι όπως θ ανοίξεις το κουμπί αυτόματα θ αρχίσουν να πετιούνται προς τα πάνω σου μπαλάκια λατεξ απ αυτά που αναπηδούν μέσα μου και λιώνουν τις ελάχιστες πεταλούδες που άφησε μια επιδημία χολής τον περασμένο Μάη. Ανάμεσά τους η γλώσσα μου εύκολα θα ξεχωρίσει τα δικά σου κι εσύ θα κάνεις μοαν μοαν μοαν κι εγώ θα σε κοιτάξω στα μάτια με μια σταγόνα σάλιο να κυλά στο λακκάκι που έχω στο δεξί μου μάγουλο και τότε θα φωνάξεις [τέλος]
Κι εγώ γι άλλη μια φορά θα σταθώ να παρακολουθήσω τους τίτλους, θ αποστηθίσω ένα ένα τα ονόματα - από τον πρώτο ως τον τελευταίο συντελεστή
iii.
Η καρδιά και το σώμα μου απαιτούν όλο και περισσότερα
Δεν αρκεί ένας άνδρας μια γυναικά ένα σπίτι ένα αυτοκίνητο. ΑΠΑΙΤΩ σωματική υπεραξία, να συσσωρεύονται καμάκια στα πόδια μου κι εγώ λιγωμένη να ποθώ όλο και λιγότερα φιλιά να περισυλλογιέμαι με τις ώρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναζητώντας τον λόγο που δεν μπορώ να λατρέψω αρκετά τον εαυτό μου-που δεν φτάνουν όλα τα δάκτυλα του κόσμου για να μου φυτέψουν έστω και τον ελαχιστοργασμο
iv. 
Να μου προσφέρεις χρωματιστά καθρεφτάκια
Να σου απαντάω στη γλώσσα των ιθαγενών
Ζάχαρη θέλω, ζάχαρη
Κι εσύ με τη μύτη απ το κουτάλι να συνθλίβεις την υπόληψή μου στα τοιχώματα του βάζου
Με την άκρη της γλώσσας σου να αποικείς στο σώμα μου - μη εκεί,
εδώ
v.
Μερικές φόρες νομίζω πως το κίτρινο μου πάει περισσότερο απ το ροζ
σαν στο σκοτάδι το σώμα σου ανιχνεύω, σάρκα στη σάρκα τη σάρκα σου φορώ
σημασία πια καμιά δεν έχει, αν είσαι ποια ή ποιος
Μερικές φόρες φοβάμαι πως πιο πολύ τις γυναίκες απ' τους άντρες προτιμώ. Και τότε κρύβομαι πίσω από μια παιδική μου ανάμνηση και τα πάντα δικαιολογώ με ανδρόγυνες φιγούρες. Αμφίβιοι εραστές και ερωμένοι που κάπως θα μπορούσαν σαν τον Ιανό να κυλάνε και στις δυο μεριές του νομίσματος/ κόρωνα και γράμματα, δεν πρέπει να διαλέξω πια ανάμεσα στο να ΄μαι πριγκίπισσα ή να κάνω σπουδή- πόσο είμαι τυχερή και μίσανδρη
Τώρα κρύβομαι ξανά πίσω από την παιδική μου φίλη
στον καναπέ του σαλονιού της εφιλώ τα χείλη 
συγγνώμη δε της ζήτησα ποτέ. ρώγες σταφύλι.
γαμημένοισπουργίτες.


vi. ανά μερικά χρόνια, σαν τα λουλούδια αυτά που σπάνια ανθούν σαν ζώα που σπάνια αναπαράγονται κι εγώ την καρδιά μου βγάζω έξω βόλτα και όποιον πετυχαίνει στο διάβα της κλείνει μέσα κι εκείνος αρχικά απολαμβάνει γιατί κι η καρδιά σώμα είναι αλλά μετά την κοιτά πως ανθίζει πως κάθε βράδυ πάλλεται πως παρασιτεί πάνω στο δικό του σώμα και μέσα λίγο λίγο εισχωρεί σαν κισσός. και ξεκινά, ξανά, η αποπαρασίτωση. και έτσι, κάθε πόσα χρόνια πάλι διαμελίζεται η καρδιά μου.

[το άτονο πως, ισοδυναμεί με τ’ότι και το άτονο που]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου