πραγματικό περιστατικό

η γιαγιά του ορόφου- νεκρή κείται στο ασανσέρ. οι ένοικοι ανεβοκατεβαίνουν αδιάκοπα τα κόκκινα βελάκια λαμπυρίζουν σαν πυρετός σε θερμόμετρο. οι εργάτες μπαίνουν στο σπίτι, αρχίζουν να ξηλώνουν τις ομπρέλες της- το καρότσι για τα ψώνια της λαϊκής, τα φανταστικά κωλόχαρτα δίπλα απ' τον μπιντέ, το παντζούρι που ανεβοκατέβαινε αδιάκοπα. την πρώτη φορά που τη βάρεσε η άνοια, άνοιξε την πόρτα της και ήρθε σ' εμένα για να μου πει, όλα όσα ήξερα. βρώμικη, ξέρω ποια είσαι, με ξένο νερό ξεπλένεις τις αμαρτίες σου- με το δικό μου νερό, πλένεις τα πόδια σου. κι εγώ, κοίταξα τα πόδια μου και στη θέση τους υπήρχαν δυο μεγάλα παπούτσια κλόουν σε τσίρκο. επιτέλους, κατάλαβα και της είπα ότι πόδια δεν έχω, αλλά αν θέλει μπορώ να ζωγραφίσω δύο και να της τα χαρίσω. πιάνει άλλωστε το χέρι μου. σε κάθε περίπτωση δεν συστηθήκαμε ποτέ, για κείνη πάντα θα είμαι αυτή η προσωποποίηση του κακού- μαρία, μαγδαληνή πάντα αγία και πάντα πόρνη, από τις γυναίκες στις άλλες γυναίκες κληροδοτείται αέναο μίσος - έτσι θα πει όταν δώσει το νόμισμα να περάσει απέναντι <κατάφερα να το φυλάξω να μην το κλέψει> αλλά δε θα μπορεί να με καλέσει, γιατί ποτέ δεν έμαθε το πραγματικό μου όνομα ούτε ποιες αμαρτίες ξέπλυνα με το δικό της νερό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου