φυλικά, πάντα*

στις πιο βαθιές συνομιλίες καλά κρυμμένοι βρίσκονται και διηγούνται, έτσι γεννιούνται οι θρύλοι πως έχουν κουραστεί να μιλάμε για αυτά, πώς κάνουμε έτσι, γιατί απλά δε ζούμε τη ζωή μας μέχρι να μας την τελειώσουν αυτοί- 

μα δεν μπορείς να με σμπρώχνεις στον Καιάδα, να 'μαι σηκώνομαι στα δυο μου πόδια βγαίνω απ' τον φούρνο, τα κόκκινά μου μαλλιά ανεμίζουν σαν θάλασσα μα είναι αίμα-αίμα, ακούς, έμμηνοι ρύσοι/ έμμηνη ρήση/ έμεινε η λαϊκή ρήση "αυτή καλέ είναι μια υστερικιά"

ο άνθρωπος κούνησε το χέρι του πιο κει, είπε, αυτή δεν την χρειάζομαι και τράβηξε το μπιστόλι από τη ζώνη. αυτή, δεν πολύ-λάλησε, το ήξερε καιρό, το έβλεπε στα μάτια του που γυάλιζε μανιασμένο, το είχε δει τόσες φορές στα μάτια όλων

έχω προσέξει πως όταν οι άνδρες με μαλώνουν, τα μάτια τους στάζουν αίμα, τα δικά μου όταν τους μαλώνω στάζουν τρέλα, άκακη τρέλα, εγώ αρνάκι αυτοί λύκος που τρέφεται απ' το φόβο μου- μάλιστα ακόμα και οι πιο πράοι μου εραστές έχουν σκεφτεί σε μια στιγμή απελπισίας πως θα με θέλανε νεκρή, μα εγώ αυτούς, ποτέ

έχουμε περιδιαβεί πόρτες σπιτιών, δικαστηρίων, κουζίνων, μεγάλων αυτοκινήτων και μικρών αλλά και μηχανάκια, τροχαίο ατύχημα, μεγάλη τραγωδία στο Αιγαίο, φονικό στον τόπο που σε γέννησε, η μάνα που σε γέννησε, η αδερφή σου, η θεία σου, η αγαπημένη σου γιαγιά το θύμα, κι άντε γαμήσου που θα μου πεις πως προκαλώ ταξική διάσπαση, δεν είσαι εσύ που σου βάζουν χέρι στη συνέλευση, στο λεωφορείο, στο δρόμο για το σπίτι, που σου σφυρίζουν σε βρίζουν, κολλάνε τα λιγδιασμένα πρόσωπά τους στο δικό σου και προσπαθούν να καταλάβουν πώς μυρίζει το μουνί σου, που σε ποτίζουν - θα σε γαμήσουν και μετά θα πούνε, ας πρόσεχε, να μη δεχότανε να τη γυρίσω σπίτι, το ζήταγε- είμαι σίγουρος έχω γνωρίσει πόσες άλλες σαν αυτήν πριν απ' αυτήν. κι αφού κι εσύ απ' όσο φαίνεται όλα τα γνωρίζεις, μη μου ξαναπείς ποτέ τίποτα, ακούς;

ένα βράδυ σκέφτηκε, οι καιροί είναι άγριοι, καιρός να κλείσουμε την τηλεόραση και έγειρε να κοιμηθεί, μα εκείνη βρισκόταν κρεμασμένη στο γκαράζ, την είχανε προλάβει, της είχαν βάλει της είχαν βγάλει, την είχαν βγάλει άλλη εξ άλλη από το ίδιο της το σώμα

την άλλη μέρα τον πατέρα της βαθιά θλιμμένο την ώρα που η μάνα της ξερίζωνε τα μαλλιά της πάνω απ' το άψυχο σώμα, με το δασύ εφήβαιο, τα άγουρα στήθη, τους κατάλευκους ώμους, με την κοψιά ανάμεσα στα πόδια, ρώτησαν, μα γιατί - μα γιατί δεν πρόσεχε;




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου