συγγραφικό στυλ*

τον τελευταίο χρόνο δούλευε σαν διακινητής γνώσης. ζούσε μέσα σ’ ένα ανήλιο σπίτι και μέτραγε τους ηλιόσπορους όταν τους έτρωγε, έπειτα έβαζε τα τσόφλια μέσα στη σακούλα των σκουπιδιών κι ας ήξερε πως θα την τρυπήσουν και θα στάξουν παντού μπύρες από τα υπολείμματα στα τενεκέδια. στα αριστερά του ήταν η στοίβα μ’ όσα είχε αποκτήσει, στα δεξιά του η στοίβα με όσα ήθελε να - στεκόταν με τις ώρες ανάμεσα στο υπαρκτό και το ανύπαρκτο, που και που κρατούσε σημειώσεις για το δικό του βιβλίο με ένα στυλό που είχε κλέψει απ’ το ταχυδρομείο κόβοντας με μαχαιράκι νυχοκόπτη το νάιλον κορδόνι που το έδενε στη μέσα μεριά του πάγκου όταν η πωλήτρια δεν κοίταζε. όπως υποψιάζεται κανείς αυτή η διαδικασία έπαιρνε πολύ χρόνο, κάποιες φορές δεν προλάβαινε να βγάλει τον νυχοκόπτη γιατί είχε παραπέσει στη φόδρα της τσάντας, κάποιες το σκοινί ήταν από τη μέσα μεριά του πάγκου και άλλες φορές οι από πίσω του ήταν τρομακτικά επίμονοι. γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο προσπαθούσε να πηγαίνει πάντα την ώρα που ανέβαζαν τα ρολά. και για να μην κινήσει υποψίες, έδειχνε πως αλληλογραφεί ασταμάτητα με άτομα. και για να είναι αυτό πειστικό, πήγαινε αμέσως μετά το ταχυδρομείο στα κτελ και μεταφερόταν στις διευθύνσεις κατοικίας των παραληπτών. κιλκίς, καβάλα, λάρισα. τρία άτομα ήταν αρκετά για να τον οδηγήσουν στη χρεοκοπία. μετά, μια μέρα δεν άντεχε άλλο, και έτσι όπως προσπαθούσε να κόψει το πλαστικό, διαπίστωσε αλλόφρων πως ο μέσα κόμπος είχε χαλαρώσει οπότε και τράβηξε αποφασιστικά τον μίτο της Αριάδνης και άρχισε να τρέχει με το ξηλωμένο στυλό στο αριστερό του χέρι  μανιασμένα προς την έξοδο(αν το έβλεπε κανείς από αρκετά μακρυά θύμιζε αμυδρά λαμπαδηδρόμο). εκεί, τον περίμενε μια σειρά από ατέλειωτα πακέτα τσιγάρων, πάνω στα οποία έγραψε το καλύτερο μυθιστόρημα του κόσμου. και μετά, μπικ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου