θυμοτυπικά

σαν παιδί μισούσε το γεγονός ότι τα γενέθλιά του συνέπιπταν με το πάσχα. τον πόνο του απάλυνε τ' ότι είναι <κινητή εορτή> και μετά σκεφτόταν τα παιδιά που έχουνε γενέθλια πάνω στις <ακίνητες γιορτές> και συγκεκριμένα αυτές που παίρνεις ξεχωριστά δώρα από αυτά των γενεθλίων: μια δεκαοκτάχρονη δυστυχία

όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να βλέπει πως το μίσος απλωνόταν σαν βούτυρο πάνω σε κάθε άλλη γιορτή [κινητή κι ακίνητη] μα δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί, μέχρι που κατάλαβε πως αυτό που τον ενοχλούσε στην εικόνα του ξεκοιλιασμένου αρνιού (το οποίο θύμιζε τόσο πολύ το βιβλίο της ιστορίας και συγκεκριμένα τον Αθανάσιο Διάκο τον Σουβλισθέντα) δεν ήταν ούτε τα ξέκογχα μάτια με το απόκοσμο βλέμμα ούτε εκείνα εκεί τα δόντια, κίτρινα και χαμογελαστά σαν τις μασέλες των γερασμένων νιάτων - και για να το κάνουμε αρκετά σαφές, δεν ήταν καν η μυρωδιά από το ξύγγι που έμπαινε στο δωμάτιο και δεν ξέπλενε απ τα σεντόνια για μέρες

ήταν εκείνος, που έσταζε όρθιος το λίπος πάνω από το αρνί, το άλειφε με το στουπί (αρνί σωστή μολότοφ) και από την ζέστη που έβγαζαν τα κάρβουνα ο ιδρώτας του ατέλειωτο ποτάμι, πότιζε τον μπαχτσέ κι όλα τα λαχανικά πάντα είχαν τη γεύση από Πάσχα και μετά το καφέ κρέας ανάμεσα στα δόντια, φάε και την πέτσα φάε και την πέτσα

μα εκείνος πείσμωσε δεν δέχτηκε ποτέ του να μασήσει, μόνο να μισήσει τις γιορτές κι εκείνον, κι έτσι σαν έθιμο πλέον, πέφτουν δεν πέφτουν τα γενέθλια αυτές τις μέρες, αρνείται να πάει, και όταν τον ρωτάνε αν του αρέσει η πέτσα πάντα λέει πως από Πέτσα, Μόνο το Αρνί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου