η πόλη άστυ

όταν λείπεις στη δουλειά βάζω πλυντήριο μεσημέρι. μετά τον αντικαπνιστικό νόμο λες να αρχίσουν να επιβάλλουν και αυτόν της κοινής ησυχίας; να γυρίσεις και να βρεις την πόρτα σπασμένη και ένα σημείωμα στο πάτωμα [να μου φέρνεις τσιγάρα αν θες/ κι άπλωσε τα ρούχα όταν μπορέσεις, όσα δεν πήραν για τεκμήρια δηλαδή] 

όταν φτάνουμε σπίτι το βράδυ πιάνουμε στα πράσα τις κατσαρίδες και αν έχουμε όρεξη ξεκινάει ένα σαφάρι με τόνους χαρτί κουζίνας και ντετόλ. μετά προσπαθώ να κοιμηθώ με την αίσθηση ότι με περπατάνε δεκάδες από δαύτες με τα πόδια και τις κεραίες τους σε πλήρη στύση. τύχη. 

όταν γράφω καλοκαίρι φροντίζω να μην υπάρχει τίποτα και κανείς που να μπορεί να το ζεστάνει κι άλλο. αν ανέβει η κατάλληλη θερμοκρασία και αμέσως τραπεί σε ακατάλληλη συνθήκη τότε το γραπτό αυτοκαταστρέφεται σε ένα νέφος κατσαριδοκτόνου. μισώ τις λαϊκές αγορές. σιχαίνομαι τους πωλητές που “λαϊκά” με κλητεύουν πίσω από τους πάγκους να αγοράσω τα αγγούρια τους ενώ σαφώς έχω ρθει για ροδάκινα. μα πιο πολύ η μυρωδιά του πάγου απ’ τα ψάρια, που λιώνει στην πυρακτωμένη άσφαλτο μου θυμίζει εκείνο το καλοκαίρι που έφυγες και έμεινα εγώ ανάμεσα σε κάτι καφάσια να μετράω τα κέρματα να δω αν μου φτάνουν να αγοράσω ένα ματσάκι άνηθο απ’ αυτά τα τελευταία που τα παίρνεις κοψοχρονιά επειδή τα χει χαλάσει ο ήλιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου