η γενιά που δεν ακούει, τα ακουστικά που η γιαγιά δεν δέχεται να φορέσει, τα πρώτα βήματα σαν τίτλος σε κασέτα που πάντα σε λούπα θα παίζει. τώρα άκου:
ξέρεις, δε μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις. κι αυτά που μιλάς τα μιλάς λάθος γλώσσα. μονότονη
κάποτε σε ένα μακρινό τόπο ζούσανε δυο αδέρφια. το ένα ήλεγχε το νερο, τ' άλλο το χώμα. τις μέρες που ζούσαν χωριστά, τα χωράφια κάρπαιναν, οι άνθρωποι ευτυχούσαν. όταν βρισκόντουσαν μαζί, τα σώματα ήταν λάσπη. καθ' εικόνα και καθ' ομοίωση, μα, δεν βάλατε αδιάβροχη προστασία ούτε τζαμάκι για τις πρώτες γρατζουνιές. θέλω να μου πάρετε μια γάτα να παίζω, έστω ένα χρυσόψαρο. ποιος μας πήρε τηλέφωνο 3 το μεσημέρι; να ταν η καινούρια προσφορά του ρεύματος ή εταιρία κινητής τηλεφωνίας, ίσως απλά κλέφτες καταστημάτων, τελετή έναρξης φεστιβάλ ή μήπως λήξης, τα κεφάλια σαν περισκόπια γυρίζουν μέσα στην αίθουσα, είναι καλυμμένη όλη με ένα απαλό στρώμα άχνης το ένα αδέρφι κόβει το κομμάτι, το άλλο δαγκώνει μια απ' το κέικ. ζήσαμε εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς καλά, αυτοί όμως πάντα θα ζούνε καλύτερα.
υπάρχει ένας κρυφός οίκτος στο κοινό μας γέλιο. του εαυτού, του παρελθόντος και του μέλλοντος. έκλαψες τότε θυμάμαι πολύ κι όταν σε ρώτησα γιατί είπες / δε θέλω - σαν εμένα - κι εσύ
σαν κι εγώ από εσένα, από σένα κι εγώ, από εμένα τίποτα, στο εγγυώμαι και το πρωτότυπο έγγραφο επισυνάπτω στην υπεύθυνή μου δήλωση για τεκμήριο της απόλυτης διάθεσής μου να μην υπάρξω καμία συνέχεια και κανενός την ύπαρξη να μη συνεχίσω. τώρα μπορούμε να φάμε
ξέρεις, δε μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις. κι αυτά που μιλάς τα μιλάς λάθος γλώσσα. μονότονη
κάποτε σε ένα μακρινό τόπο ζούσανε δυο αδέρφια. το ένα ήλεγχε το νερο, τ' άλλο το χώμα. τις μέρες που ζούσαν χωριστά, τα χωράφια κάρπαιναν, οι άνθρωποι ευτυχούσαν. όταν βρισκόντουσαν μαζί, τα σώματα ήταν λάσπη. καθ' εικόνα και καθ' ομοίωση, μα, δεν βάλατε αδιάβροχη προστασία ούτε τζαμάκι για τις πρώτες γρατζουνιές. θέλω να μου πάρετε μια γάτα να παίζω, έστω ένα χρυσόψαρο. ποιος μας πήρε τηλέφωνο 3 το μεσημέρι; να ταν η καινούρια προσφορά του ρεύματος ή εταιρία κινητής τηλεφωνίας, ίσως απλά κλέφτες καταστημάτων, τελετή έναρξης φεστιβάλ ή μήπως λήξης, τα κεφάλια σαν περισκόπια γυρίζουν μέσα στην αίθουσα, είναι καλυμμένη όλη με ένα απαλό στρώμα άχνης το ένα αδέρφι κόβει το κομμάτι, το άλλο δαγκώνει μια απ' το κέικ. ζήσαμε εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς καλά, αυτοί όμως πάντα θα ζούνε καλύτερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου