[κ]αφές

0. δίκη

ίσως και να χετε δίκιο
απολογούμαι μα - να, είναι που νόμιζα πως ο σωστός καφές φτιάχνεται μόνο μ έναν τρόπο. Βέβαια τώρα που τον είδα, ακόμα κι αν αντίστροφα ακριβώς φτιάχνεται, καλά γνωρίζω πως η γεύση ίδια μένει - μα εσείς μου χετε πει να μη βάζω ποτέ νερό στο κρασί μου και έτσι δε συμβιβάστηκα πίστεψα πως υπάρχει μόνο ένας καλός και τίμιος τρόπος να πετυχαίνεις στον καφέ το τέλειο λιώσιμο κι ας ήταν μια πλάνη / και αν ίσως προσπαθούσα να σκοτώσω με μανία την κατσαρίδα, ήταν που -να- έχω διαβάσει πολύ κάφκα και έχω την αίσθηση πως το παράλογο του κόσμου με ωθεί σ αυτό τ αδιέξοδο.
και σας παρακαλώ μην επιμένετε πως γνώριζα

                              αν γνώριζα δε θα χα πιει ούτε γουλιά

ξέρετε, δεν είναι πολύ εύκολο να είσαι μέτριος. λίγο απ’ όλα, μόνο από μένα πολύ. μοιράζομαι σαν πάστα φλώρα σε αλουμινόχαρτα Mασούτη, η γεύση μου μέρα με τη μέρα ξεφτίζει, θα φταίει το τσιγάρο κι ο καφές ίσως, δυο πολύ βαθιά ποιητικές λέξεις. o Tζάρμους έχει γυρίσει την ομώνυμη ταινία που δεν άρεσε και πολύ στη μάνα μου. έπσιλον νομίζω ότι είναι πολύ της κουλτούρας αυτά, πώς τα αντέχετε. καλλιέργεια. έλεγχος για χλαμύδια, τεστ παπ, ημερομηνία για οφθαλμίατρο, ποδολόγο, γυναικολόγο, μήπως και ψυχολόγο- ίσως θα πρεπε να 'χαμε περισσότερα μήλα, γιατί απ' ότι φαίνεται ποτέ δεν κάνουν πέρα. λες και δεν το ξερες πως ένα μήλο δεν αρκεί.

[πέντε επί δύο χρόνια σ αγαπώ/ τα καλύτερα της νιότης μου τα χρόνια]


ΙΙ. περί-μαγειρικής β.1.

(υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που υποστηρίζει πως το να μαγειρεύεις καλά προϋποθέτει να έχεις μαθηματικό μυαλό/ υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που έχουν τις καλές συνταγές γραμμένες σε ντοσιέ με εμπριμέ μπλε εξώφυλλο μαζεμένες προσεκτικά απ’ τις μάνες τους)
το σπανάκι μου θυμίζει τα τεύχη του Ποπάυ στο οθεοςνατοκανεισπίτιεξοχικο όπου περάσαμε αρκετές μέρες τα χρόνια του κάποτε που δεν οφείλουμε να ανεχόμαστε πια /το βαλτώδες νερό της ιχθυόσκαλας ανεβάζει τη στάθμη στα πνευμόνια μου ενώ τα μανιτάρια που κολυμπάν στο πράσινο ζουμί συνειρμικά δίνουν εναλλακτικό τέλος στα ατέλειωτα πρωινά του σταρ [εννοώ, όλο και κάποιο απ’ τα εκατοντάδες μανιτάρια θα έκοψε και θα σόταρε σε διπλή δόση σαρσαπαρίλλα ο Δρακουμέλ/ κι ας είναι ομοιοπαθητικό βοτάνι σύμφωνα με το google]
και κάπως έτσι, με λίγη βοήθεια από το σχήμα της πλάτης σου όταν βάζεις το νερό να ζεσταίνεται πάνω στο μάτι, καταλαβαίνω γιατί ο προύφροκ στο ερωτικό του τραγούδι μέτρησε τη ζωή του σε κουταλάκια του καφέ και όχι σε κανελόνια με σπανάκι*
ΙΙΙ. ποιητικής 2 (δυο)
το να γράφεις είναι εύκολο, είπε κι έστριψε το τσιγάρο, βάζεις μέσα λέξεις όπως καφές, τσιγάρο, αγάπη, έρωτας, ήλιος, νύχτα, μπλε και είναι έτοιμο το “απαυτό”. ίσως θα πρεπε να απαγορευτεί να δημοσιεύει κανείς όσα γράφει. όλοι γράφουν, κάποιοι γράφουν καλά άλλοι καλυτερα και στα τριάντα των τελευταίων (μπορεί και στα 33) απ' όλα “αυτά” που θα χουν γράψει το πλήθος θα λατρέψει τα δυο-τρια που ποτέ δεν αγάπησαν, ερωτεύτηκαν, ήλιος, τσιγάρο, καφές, νύχτα, ποίηση, μπλε. δες με που γράφω. 
στριφογύρισα στον καναπέ σαν μωρό μηνών, πιπίλισα το δεξί μου παράμεσο δάκτυλο καθώς μαλλί δεν φτάνω πια και κοίταξα το ταβάνι. μια λάμπα στεκόταν πια περήφανη εκεί που πριν ζούσε ένα σκέτο ντουί. δεν είναι ακριβώς έτσι, μουρμούρισα, μπορεί να σου άρεσε να έγραφε κάποιος κάτι για σένα. μπορεί να μην γράφουν όλοι επειδή σκέφτονται, ίσως κάποιοι νιώθουν. εγώ ας πούμε αν δεν έγραφα θα έλεγα φράσεις τύπου: 
όταν με φιλάς νιώθω πως χάνω την καρδιά και τα πνευμόνια μου.
παίρνει ακόμα μια τζούρα, η γόπα στέκει μαγνητισμένη ανάμεσα σε δείκτη και μέσο. ναι, δεν εννοούσα ακριβώς αυτό, ψιθυρίζει, απλά, είναι αντικειμενικά εύκολο να το κάνεις. η φωνή σβήνει στο βάθος ενώ κοιτώντας το αριστερό αυτί προσπαθώ να αποφασίσω σε ποια θέση θα βάλω στο κείμενο τη φράση: 
όταν με φιλάς νιώθω πως χάνω την καρδιά και τα πνευμόνια μου.
ΙV. Ταυτολογίες
Πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο όλοι θύματα
Χαλασμένα φοντανάκια στο τραπέζι της γιαγιάς
Θέλεις να είσαι νουαζέτα το φωνάζεις: θέλω να είμαι νουαζετα
Μα η γιαγιά δεν ακούει εδώ και καιρό
Πάνω κάτω όλοι είμαστε ιδεολόγοι. Υπερασπιστές μίας Μαμάς που ξέχασε να μαγειρέψει φαγητό Κυριακή απόγευμα. Προσωπικά πιστεύω στις στοίβες με τα βιβλία που βρίσκονται πάνω στο τραπέζι μου. Ποιητές από διάφορα μέρη της γης/ Σχέδια ορατά και αόρατα πάνω σε ένα και μόνο λευκό χαρτί. 
Καφές τσιγάρο μελάνι νερό, μανιφέστο της θλίψης
Θα ομολογουσα σε κάποιο βάπτισμα -ειδικά αν αυτό ήταν πυρός- απλά στην ηλικία που βρισκόμαστε δεν θυμάμαι πώς να μάθω να κολυμπάω, γι' αυτό φοβάμαι πως η άνωση θα με ξεβράσει στον πάτο.
V. arleta
ξέρουμε να διαβάζουμε τον καφέ κι ευχόμαστε σύντομη να 'ναι η διαδρομή μας μέσα κι έξω στο φλιτζάνι 
[θα ναι]
[να ναι]
το φυσάω κι αλλάζει σχήματα να δυο χέρια
να τ’ αστέρια
δες τα που τρέχουνε πίσω απ’ τα σύννεφα

δες το που ψιχάλες στα πόδια μου στάζεις κι εγώ συννεφιάζω ξανά
ξέρω να διαβάζω τους ανθρώπους: τα σημάδια στο δέρμα και τ' ανήσυχα μάτια, τις σπασμένες φωνές 
μα τα δάκτυλά σου ποιες λέξεις χαράζουν στην πλάτη μου δεν ξέρω να πω
κι αν στους πόρους μου διαβάζεις σε σύστημα μπράιγ 
το μέσα μου έξω και έξω μου εσύ και βροχή και τελειώνουν οι μέρες
πάνω στη γλώσσα μου το σάλιο σου καφεΐνη και τσιγάρο
τελειώνει η ψευδαίσθηση γουλιά με τη γουλιά
κι ούτε γουλιά, τρία έπσιλον
λίμνη σάλιου με γεύση καφέ, αναδίπλωσα τη γλώσσα μου
στους δρόμους της πόλης νεκρά γατιά και μάλλον ήρθε η άνοιξη.
τα δέντρα γέμισαν μάτια και βλέπουν τα πάντα. ιδίως αυτά που θέλεις να κρύψεις. βήχας και φτέρνισμα, λεκές στη μπλούζα ακριβώς στο κέντρο -λες και από μέσα σου πέρασε σφαίρα, να την αποφύγεις δεν πρόλαβες το λεωφορείο κοιτάς αριστερά δεξιά όλοι βιάζονται όλοι κάπου θέλουν να πάνε
πάνω στην αναδιπλωμένη γλώσσα στέκεται η λέξη που φοβάται ν αφήσει το στόμα
σαν τα άφτερα πουλιά που αναζητούν την άκρη του κλαδιού -γιατί ξέρουν
-πως αν δεν το κάνουν καλά λίγο πιο κάτω βρίσκεται ο θάνατος
βλέπουν με κόρες διεσταλμένες τις γάτες στον αυτοκινητόδρομο ανοιγμένες μέσα σε κόκκινα έλη
και φοβισμένες στη λίμνη του καφέ πνίγονται οι λέξεις της γλώσσας μου


VII. μπρίκια


θα κρυώσει ο καφές σου Αγάπη μου και τον έχω πετύχει κι ακριβώς όπως τον
θες και δίπλα στο παράθυρο τον
έχω αφήσει να κοιτάζεις τη θέα όταν τον
ρουφάς και νιώθεις τα δόντια σου να μουδιάζουν και τη γλώσσα σου να του
χώνεται μες στο λαρύγγι σου γλιστρά τον
νιώθεις και σ αρέσει όταν αυτό συμβαίνει να μην είμαι κοντά του
τόσο πολύ σ αρέσει μάλιστα που έχεις να περάσεις να τον
πάρεις τουλάχιστον δυο χρόνια και δεν ξέρω αν τον
πίνεις πια αλλιώς, αλλού , αλλά με τον
ίδιο τρόπο που κρύωνει κάθε μέρα ο καφές σου Αγάπη μου ελπίζω 
μια μέρα θα κρυώσει κι η καρδιά μου
(κι ίσως τότε αν την πιω θα ξυπνήσω)


VIII. με κόμμα


/ότι ήθελα ποτέ δεν το είχα και ότι ποτέ απέκτησα αφειδώς χάριζα
να μαι πολύ στην καρδιά χριστιανή, κομμουνίστρια τρανή
                        ή απλώς, έτυχε/
.

δεν θέλω να συνηθίζω να μην είσαι εδώ, τον καφέ μου πίνω πάντα μόνη μου γιατί αν μια μέρα 'ρθεις δεν θα ξέρω αν πρέπει να  στρώσω τραπέζι να 'χω φτιάξει κάτι - άραγε ακόμα τα ίδια που σ άρεσαν τότε τρως(;) γιατί αλλιώς να παραγγείλουμε κάτι που να σ αρέσει πια περισσότερο κι αν θέλεις αν σου είναι εύκολο να μου πεις έγκαιρα για να μην το 'χω στο μυαλό μου και να μην με τρώει όπως εσύ το φαγητό τι σε έκανε τόσο καιρό να μην περνάς από δω να μην λέμε καμιά κουβέντα να μην πίνουμε κι έναν καφέ να μην αγαπιόμαστε ούτε λιγάκι

.
και αν σταματήσω να προβάρω τους διαλόγους θα μαι κι εγώ ένας ακόμα ηθοποιός που δεν προσλάβανε ποτέ σε μια ταινία της προκοπής και αποφάσισε μια μέρα μετά από δεκάδες βήτα διαλογής να κάνει μια δουλειά αληθινή
                            μα
έχω την αίσθηση πως έχω όλη τη ζωή μου βήμα βήμα σκηνοθετήσει και πια δεν μπορώ χωρίς κάμερες και σενάριο πρέπει να διαβάσω την επόμενή μου ατάκα πάρε το φως μπροστά απ’ τα μάτια μου με τυφλώνει ακούς γυαλίζω πολύ βάλε λίγο ακόμα πούδρα χτύπα με μια γερή να συνέλθω δώσε μου λίγο νερό στέγνωσα τόσες φορές που χω πει τ όνομά σου

.
/όχι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι αλήθεια, μόνο που από μικρή
οτι μου δινουνε κι αξιζει το πεταω απο φόβο μήπως σε ξεπερνά
/

IX. επινίκειο

(είναι οι μέρες που κοιτάω το ποτήρι του καφέ λες και μπορεί να μου δώσει κάτι πιο πάνω από τρεις ώρες γρηγορότερης πλήξης)
.
κι είναι κι εκείνες οι μέρες που πεινάω πολύ
τόσο που θα μπορούσα να σε φάω ολόκληρο
κι όπως σηκώνομαι σαρκοβόρα απ’ το κρεβάτι τεντώνομαι
σε διαρκή εγρήγορση ώστε αν σε βρω να σ αρπάξω και ρουφήξω το μεδούλι σου
έπειτα χορτασμένη θα ξαπλώσω
δίνω τα κόκαλά σου στις γάτες που σε γλείφουν ατέλειωτα
ενώ εγώ κοιμάμαι
ακριβώς όπως έστρωσα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου