καταδρομικό


[συνομίλησα τόσο πολύ μαζί σου

που όταν σε ξανάδα πόσα;

δεκαπέντε χρόνια μετά;

την ώρα που με ρώτησες με έκπληξη τι κάνω

σου απάντησα σε τόνο συζυγικό:

να πάρουμε χαρτί κουζίνας όπως γυρνάμε]



Σαμσών Ρακάς || «ΟΥΤΙΣ», εκδ. Υποκείμενο*


όταν ήρθε επιτέλους η μέρα που όλα ξεκίνησαν με μια κονσέρβα τόνο ήμουν απόλυτα έτοιμη/ σαν γεννημένη από καιρό/ και να που τώρα βρίσκομαι στη μέση της Όλγας μ' έναν κίτρινο σκούφο
μ' ένα χαρτί κουζίνας στο χέρι λες και έχω οικογενειακό τραπέζι απ' το οποίο χύθηκαν δεκάδες μπύρες στο πάτωμα. Τόσες ιστορίες να φανταστεί κανείς ενώ απλά ξενύχτησα σ' ένα κακό παρκέ και κοιμήθηκα στο πλημμυρισμένο από λενόρ χρυσό δωμάτιο με μια αγκαλιά λουλούδια παραμάσχαλα που μάζεψα γυρνώντας
να πλέξω στεφάνι στη μνήμη σου

αποφάσισα λοιπόν να κάνω γενική τώρα που λείπεις - μα όσο το σκέφτομαι δε νομίζω και να έλειψες ποτέ -πάντα εδώ ήσουν
γι' αυτό το πρόσωπό σου στον καθρέφτη μου φαίνεται τόσο οικείο κάθε φορά που σε κοιτάζω κι όπως περνάς μπροστά από την οθόνη τη μύτη σου πλημμυρίζω με την άγρια αβεβαιότητα του ότι όλα πήγαν όπως ακριβώς έπρεπε
βρισκόμαστε λοιπόν στο σημείο που δεύτερη μέρα χριστουγέννων τριγυρνώ στη Βασιλίσσης Όλγας
Περπατώ όπως κάθε άτομο σαν εμένα
φαίνεται πως τίποτα δεν είναι ικανό να μ' εμποδίσει απ' το να φάω σαλάτα μαρούλι με τόνο κονσέρβα/ μόνο η στίξη.
Η στίξη των λέξεων ή το λιώσιμο των πάγων να ναι άραγε που μας έχει απομακρύνει
πως σε θέλω
πώς
που είσαι αυτός που είσαι
πού
θα μπορούσαν όλα να ειπωθούν όπως ακριβώς το 'χε κάποιος άλλος πει*
μα αυτή δεν είναι η ιστορία ενός άλλου
συνεπώς ανοίγω την πόρτα με φόρα και κοιτάζω τον περιπτερά στα μάτια και μισό λεπτό μετά τον ρωτάω κοιτώντας γεμάτη φρίκη τα ράφια
χαρτί κουζίνας ρολό
παρακαλώ πείτε μου ότι έχετε
τίθεται ζήτημα ζωής και θανάτου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου