Γύρω στις τρεις άρχισε να συνέρχεται. Κούνησε τον έναν καρπό-καρφί. Κούνησε τον άλλον- καρφί κι εκεί. Μουρμούρισε "πρέπει να 'χει γίνει κάποιο λάθος, εγώ του είπα - κάνε ό,τι νομίζεις, μα δε μπορούμε να ξανάμαστε μαζί". Κοίταξε τον ουρανό, δάκρυσε λίγο. Το μάτι του την είδε να στέκεται στην άκρη του λόφου, κλαμμένη. Λίγο που τα'χε όλα δει, λίγο που τώρα κινδύνευε κι αυτή κι η υπόληψή τους στη ροή της ιστορίας. "Εγώ ανήκω σ' όλους" συνήθιζε να της λέει, μα ήταν πεπεισμένη πως με τα χρόνια θα του 'φευγε αυτή η τρέλα, πως το αλκοόλ, το φαγητό, αυτή η άστατη ζωή από πόλη σε πόλη, η ατέλειωτή του περιοδεία θα οδηγούσαν κάποτε σ' έναν κορεσμό. Δεν έλεγε τίποτα, λοιπόν. Αλλά κι αυτό το τέλος δεν το περίμενε. Εκεί, επί ξύλου κρεμάμενος- κι όλα αυτά για ένα λάθος.
Το 'χαν σαν κανόνα, ποτέ. Ποτέ δε θα μαρτυρήσουμε ο ένας τον άλλο. Μα εκείνος φθονούσε τους πιστούς και απεκδυόταν έτσι την ίδια του την πίστη. Ήθελε να φύγουν οι δυο τους μακρυά από αυτόν τον συρφετό ηλίθιων ψαράδων. Τι δουλειά είχε μ' εκείνους. Αυτός, ήξερε δυο πράματα, αριθμούς, τις γραφές. Εκείνοι μόνο τζόγο και το καλάμι. Έτσι του 'χε πει ένα βράδυ "τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτούς, δεν μπορούν να σε εκτιμήσουν". Δεν το 'χε διαβλέψει, και τώρα, με το να χέρι ακίνητο, και τ' άλλο εξίσου αδύναμο να λυγίσει, καταλάβαινε πως εκείνη είχε δίκιο. "Θα μας πιάσουν στο στόμα τους" έλεγε.
Υποτίμησε τη δύναμη του πάθους. Το πώς η ζήλια διαβρώνει τον άνθρωπο. Το ήξερε πως δεν κοιμόταν βράδια τώρα, βημάτιζε νευρικά στον έξω στάβλο. Απ' όταν μπήκανε στην πόλη δυο τρεις μέρες πριν το ένιωθε πως κάτι θα συμβεί, μέχρι που χτες, μέσα στη μέθη του, το τράβηξε κι αυτός πολύ "εσύ, είπε, θα με προδώσεις" κι εκείνος με τα μελιά του μάτια, μέσα στη μέθη φώναξε - ίσως πιο δυνατά απ' ότι θα πρεπε, τ' άκουσαν όλοι - "εγώ, δάσκαλε;" και είχαν οι κόρες του διεσταλεί, μα εκείνος ήδη είχε περάσει στο επόμενο θέμα, μιλούσε πολύ ο διπλανός του, δε θυμάται καν ποιος ήταν αλλά κάτι έλεγε για το ότι ποτέ δε θα τολμούσε να αρνηθεί ποτέ όλα αυτά που με τόσο κόπο χτίσανε. Ποτέ.
Γελούσε ακόμα μ' ένα αστείο όταν ανέβαιναν τον λόφο, και τότε άκουσε το θρόισμα στα φύλλα. Τον σκούνταγαν οι άλλοι να πάει πιο γρήγορα, μα δεν μπορούσε ν' αντιδράσει. Είχε σταθεί ώρα πολλή μέσα στους θάμνους, το κεφάλι του δεν κράταγε. Άδειασε όλο από υγρά, στο σώμα του τώρα μόνο αίμα. Κι ίσα που στεκότανε, κι ίσα που ξεχώριζε τη φιγούρα του ανάμεσα στους οπλισμένους. Κι όμως, ξεστράτισε απ' το πλήθος, σαν από όνειρο, γεμάτος χαρά του κράτησε τα χέρια και τον φίλησε, όπως τις φορές τις πρώτες, σταυρωτά. Λένε, σινιάλο. Πιστεύει, δεν κρατήθηκε. Ήθελε να τον χαιρετίσει μια τελευταία φορά. Και τώρα το χώμα του τραβά το στέρνο βαρύ. Πα να κουνήσει το να χέρι- καρφί. Πα να κουνήσει τ' άλλο- εκείνος.
/
στις πέντε ραφές προσθέτω άλλες δυο, το ζωτικό όργανο κακομπαλωμένο κακοδιπλωμένα κακοσιδερωμένα, μέτρια πλυμένα τα λόγια σου κι εγώ σου λέω δεν μπορούσα κάτι καλύτερο απ’ αυτό αλλά γιατί να πρέπει διαρκώς να επιχειρώ να φτάσω κάτι που δεν το ονόμασαν τυχαία απαγορευμένο καρπόαν υπάρχει κάποια υποτυπώδης αλήθεια στον μύθο του προπατορικού αμαρτήματος
είναι πως, η γυναίκα, έχει ένα μοναδικό ταλέντο στο να ανακαλύπτει νέους τρόπους
να πονάει
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου