τ'επέκεινα

προχωράω ανάμεσα στις μέρες και δεν σκέφτομαι τίποτα σαν μια ελαφρά νεαρή σχετικά κατσαρίδα (Κάφκα, Λισπεκτόρ και Τέζα). Το χρώμα μου είναι ξανθό αλλά σκέφτομαι μαύρα να τα βάψω για να διακρίνομαι πιο εύκολα όταν διασχίζω τον μεγάλο τοίχο που χτίσανε οι άνθρωποι ανάμεσα στα σώματά τους και την ψυχή τους, τον χρόνο. Μετά απ' την καταστροφή των πάντων θα σταθώ στη μέση του δρόμου και περήφανη θα τον διασχίσω παίρνοντας ικανοποίηση για όλες τις φορές που κάποιος δεν έβγαλε φλας ή κόρναρε λίγα δευτερόλεπτα αφού άνοιξε το φανάρι ή πέρασε με το μηχανάκι του ξυστά απ' τ' αριστερό μου φτερό. Ναι- οι κατσαρίδες έχουν φτερά όπως κι οι κότες- και το γεγονός ότι δεν τα χρησιμοποιούν για να πετάνε είναι αμιγώς παραπλανητικό: τους διασφαλίζει το αίσθημα του σχετικά ακίνδυνου, ώστε να διαιωνίζουν ανενόχλητες οι μεν το αιώνιο ερώτημα της προέλευσης και οι δε το έτερο παντοτινό ζήτημα του ποιοι θα επιβιώσουν όταν όλα θα έχουν γίνει στάχτη και μπούρμπερη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου