δυο μέρες σερί πήγαινα κι ερχόμουν μες στον άδη (κι ό,τι θυμίζει θάνατο) με την πέτρα στο στέρνο μου να προσπαθεί να σταματήσει την καρδιά μου. έψαξα όλες τις ασθένειες που μπορεί να εμπίπτουν στην άμεσή μου θανάτωση από κάποια μοίρα που δεν υπολόγιζα. ορθή γωνία σχεδόν, προσπαθώ να πάρω ανάσα και πνίγομαι. ελπίζω να 'ναι πανδημία, αν και η επάρατη πάντα ήταν η αγαπημένη μου φόβος.
νομίζετε πως τελικά είναι άγχος, το 'χα πάντα με το άγχος, και όλα τείνουν προς τα 'κει.
νομίζω είναι τα χρόνια που καταπίνω σαν τρίχες ενώ περπατάω και σιγά σιγά πρέπει να τα ξεράσω μπας και αρχίσω ν' ανέρχομαι. μα πού να πάω ν' ανέβω, κοτρώνες πέτρες βότσαλα, όλα πιασμένα και παίρνω τον βράχο απ' το στέρνο μου, τον βγάζω έξω- τον κοιτώ καλά καλά προσπαθώ να καταλάβω πέτρα στα νεφρά οινομοίωμα πορτοκάλι στη μήτρα ζυγωτό που απέτυχε σάρκωμα που ονομάζεται με τρόπο θελκτικό χωρίς λόγο [ ; ] βγάζω από την κλείδα μου κάτι με απέραντο όγκο- στέκομαι στην άκρη του κι αγναντεύω το μέλλον που περιφέρεται στην πλατεία και πίνει μοχίτο στα τρία ευρώ. απ' όπου κι αν πάω να το πιάσω μου φεύγεις. ελεγεία σχεδόν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου