εμπρόθετα

σε φαντάστηκα να κλείνεις τη βαλίτσα για το μακρινό Αϊντάχο με τα χέρια σου σκασμένα απ' το πολύ αντισηπτικό- περνάς την πύλη, δείχνοντας το διακριτικό πάνω στο πέτο σου. έχουν περάσει περίπου δυο αιώνες από την τελευταία φορά που χρειάστηκε να πετάξεις, γυρίζεις πρώτη φορά στον τόπο που δεν σε έψαξα και λες διάφορες ασυναρτησίες για τα κιλά των αποσκευών, μ' έχεις ενημερώσει από πριν πως δεν προλαβαίνεις να με δεις, μεταθέτουμε τη συνάντηση αυτή για άλλα εκατό χρόνια μετά, τα συναισθήματα ωστόσο δεν παίρνουν αναστολές ούτε αναβολές σε δικαστήρια ορκωτά- δεν πιστεύω σ' εσένα πια, όσες φορές κι αν βάλω το χέρι μου πάνω στο βιβλίο σου δεν μου 'ρχεται ούτε μια στάλα αλήθειας

μόνο κάτι δάκρυα στα μάτια

είχα πει: το λάμδα είναι το πιο ωραίο γράμμα, μ' αυτό κλείνει πάντα το στόμα μου αποτελεσματικά. μετά σκέφτηκα ότι γι' αυτό δεν αρθρώνεις ποτέ το δικό μου, τρία γράμματα και το ένα έπσιλον, τρία γράμματα και το μεσαίο θέλει να χρησιμοποιήσεις την αναπνευστική οδό για να μπορέσεις να με καλέσεις, δε θες να μπαίνω και να βγαίνω απ' το σώμα σου αέρας. στη χώρα των Βάσκων που πηγαίνεις, τις νύχτες αναζητούν τις μαγικές ιδιότητες των λέξεων. κάθε φορά που με καλείς στον ύπνο σου ξυπνάω ιδρωμένη, πριν βγω απ' τ' όνειρο έξω στο στρώμα- για χιλιοστά του δευτερολέπτου ακούω τη φωνή σου. στα πνευμόνια σου ανάμεσα συνθλίβομαι, γίνομαι ήχος: διασχίζω με ταχύτητα τον χάρτη. στην άκρη της γλώσσας σου πνίγομαι- λήμμα σταυρολέξου γίνομαι

άνθρωπος που σ' αγάπησε, τρία γράμματα, καθέτως


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου