το ήξερα πως μια απ' αυτές τις μέρες το βιβλίο θα γινόταν πραγματικότητα- είχα σκεφτεί ακριβώς το λευκό που θα αντανακλούσε ο τοίχος και το ύψος των σκιών πίσω απ' την πόρτα. πιο πολύ με ενδιέφερε να πετύχω τη ντουλάπα, αυτό το δρύινο κτίσμα που ξεφύτρωνε σκίζοντας το πάτωμα του ρετιρέ στα δύο κι από κει αναδυότανε τεράστια η καφκική μας κατσαρίδα. το ήξερα πως δεν άντεχα άλλο τις κατσαρίδες εδώ και καιρό, μα όταν διάβασα τον δεκέμβρη τα πάθη της κατά άλφα γάμμα, φωταγωγήθηκαν τα δικά μου μέσα απ' το βάθος του ακάλυπτου. τότε είχα προσπαθήσει να γράψω κάτι, γιατί πάντα έτσι κάνω πριν κατανοήσω. παραθέτω: "ένα έντομο στάθηκε στο λαιμό μου, κι όπως μ' αγκάλιασε φοβήθηκα μήπως μέσα μου σπάσει η σιωπή των αμνών/ τραυματισμένος τένοντας που δεν μπορεί να σιάξει, όπως το σώμα σου παρεμβάλλεται στο δικό μου, εντός εκτός κι επί τ' αυτά, μου φανερώθηκε επιτέλους πως η αχίλλειος δεν ήταν πτέρνα".* τα γραψα έτσι πάνω κάτω και στοιχειοθέτησα ένα τυπικό λογοπαίγνιο που εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε αρκετά έξυπνο, αλλά τώρα που το σκέφτομαι είναι απίστευτα ερειστικό. δεκαέξι δεκέμβρη του 19 ήξερα ήδη τα πάντα. ήξερα πως δε θ' αντέξω άλλο χειμώνα τις κατσαρίδες σου, πως δε θα αντέξεις άλλο το πόσο κοντά στον αυχένα σου σκάει το κάγκελο απ' το μπαλκόνι, ήξερα τις μέρες τις νύχτες, είχα επιεικώς προβλέψει- για να μην πω προετοιμάσει- τα πάντα. τώρα δομώ τη θρησκεία μου, ανασυγκροτώ την αφήγηση που θα με κάνει να βγω έξω απ' το κέλυφος, να πατήσω με τα έξι πόδια μου στο πάτωμα, να παραδεχτώ πως εγώ είμαι το έντομο σ' αυτή την εκδοχή του σεναρίου. έντομο από έπσιλον: "ε, κατσαρίδα"
[φωτ: Clarice Lispector, Paris, 1946]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου