τσύνορα

στα γράμματα να βάζεις τεράστιες δευτερεύουσες προτάσεις κλείνοντας τα και ανοίγοντας τα να ψάχνεις να βρεις την κατάλληλη λέξη αντί για όνομα. εκείνη είναι κολώνα ξύλινη ηλεκτρική κι εκείνος ακόμα δέντρο.


στο ομώνυμο βιβλίο, η τελευταία μαύρη γάτα νιαούρισε συνθηματικά. ίσως αυτό να είναι το νησί. περίεργο που δεν το 'χε καταλάβει, εδώ πάντα μαίνονται πόλεμοι και οι άνθρωποι βλέπουν τον μεγάλο τους φόβο να ανεμίζει κόκκινος στην απέναντι όχθη- εμφύλιος του πνιγμού (δεν ξέρω να βάζω άνω τελεία και φοβάμαι να ψάξω πώς μπαίνει) έλεγε λοιπόν ότι ξέρει, έκανε κι αυτή πως δεν ήξερε, κι όλα πηγαίναν ρολόι μέχρι την ώρα που έπρεπε να βγουν να μαζέψουν τις γάτες μια-μια. ο πιο εύκολος τρόπος να μαζέψεις όλες τις γάτες στην απόλυτα οριοθετημένη αυτή περιοχή που ξεκινάει από το δέντρο και την κολώνα και τελειώνει στη στροφή κάτω απ' το σπίτι στην εκκλησία είναι να ανοίξεις την πόρτα του: γάτες μπροστάρισσες- περαστικές από το μωσαϊκό που χωρίζει το δωμάτιο απ' τον δρόμο, κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι περνούν τα όρια σου και σουλατσάρουν αμέριμνες στα πόδια του κρεβατιού. μετά φεύγουν. είχαν αποφασίσει να μαντρώσουν όλες τις γάτες, είχαν μετρήσει τα πόδια, τις ουρές και τα κουτιά που θα χρειάζονταν για να είναι αβέβαιες για το αν υπάρχουν ακόμα ή όχι. η πολιτεία έλεγε ότι θα βρει μέρος να τις βάλει όταν ολοκληρωθεί η καταμέτρηση- εκείνη τους πίστευε, μετρούσε ασταμάτητα κι ονόμαζε τις γάτες-αριθμούσε τα κουτιά τους με μπλε και κόκκινο στυλό, το χρώμα επιλεγόταν με κριτήριο το αν είχαν μια μεγάλη γραμμή στη ράχη τους η οποία υποδείκνυε πως ήταν γνήσιες πρόγονες αυτών που πρώτες είχαν άγριες μετοικήσει στο νησί. κανείς δεν λέει την ίδια ιστορία για το τι έγινε μετά, αλλά όλες οι αφηγήσεις συγκλίνουν στ' ότι όλα ξεκίνησαν από την κολώνα όπου η τελευταία μαύρη γάτα είχε γαντζώσει με τα νύχια και τα δόντια της το ξύλο σ' έσχατη προσπάθεια αντίστασης, ενώ εκείνη πάλευε να την πείσει πως αξίζει να δώσει μια ευκαιρία στο σχέδιο, μέχρι που το δέντρο άρχισε να γέρνει προς την κολώνα, η κολώνα απελπισμένη άνοιξε τα χέρια της και λύγισε προς το δέντρο, σπίθες-πυροτεχνήματα φωταγώγησαν το νησί- κι ήτανε πια κάτοικοι, κουτιά και γάτες- παντοτινά ελεύθεροι. 

αυτό που χρειάζεσαι, είπε το δέντρο στην κολώνα, είναι μια αγκαλιά
εκείνη το πίστεψε

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου