τα πάθη, α'

άναβες τσιγάρο απέναντι μου- πλάσμα εξωπραγματικό που ανέπνεε το στέρνο Σου- στον παράμεσό λαμπύριζε η επικείμενη στράτευση, το κόκκινο κραγιόν καθρέφτιζε τη θλίψη μου στη μέση του δακτύλου Σου ενώ απλόχερα τα πλευρά σου στήριζες στον τοίχο κι εξέπνεες τουλούμια τον καπνό, μια αυτοδιαχειριζόμενη βιομηχανία του πόθου. όπως μου εξιστορούσες πώς τα χρόνια διασχίζοντας τυχαία βρέθηκες δίπλα μου, σε άκουγα-μετρούσα τα σκαλιά-υπολόγιζα βουβά αν αρκούν για να πεθάνω ακαριαία. πλάι σου απόλυτα βέβαιη πως δε θα επιζήσω- επινοώ απ' την αρχή κάθε φορά τη γέννηση κι απ' τη μπάρα, στα χέρια σου, στο πεζούλι με τις γλάστρες που χαϊδεύεις την πτώση: Εσύ να κοιλιέσαι να σέρνεσαι, να πνίγεσαι σε θάλασσες που δεν τολμώ να επιπλεύσω, να γράφεις ποιήματα, να μη λες τ' όνομά μου, να μου ψέλνεις τα δέοντα κάθε φορά που μιλάω για Εσένα και διαρκώς να επισημαίνεις πως δεν ξέρω και δεν θέλω μάθω κάτι άλλο να γίνομαι για να μπορώ στη ζωή να χωρέσω. σώμα και αίμα Σου κοινωνούνε οι Εύες τα φρούτα υπό την εποπτεία σου. αφόρητα πρωτόπλαστη, της πρώτης φωνής που έβγαλες μιμήτρια, ένα άλφα που γίνεται έψιλον, πάνω στ' όνομα και στο σώμα Σου όλοι οι ήχοι διαφθείρονται

μαζί τους κι εγώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου