η μητρόπολη μπαίνει από παντού στο σπίτι

είναι η συνηθισμένη ώρα που έχω ήδη δυο ώρες ξύπνια. οι καμπάνες τρίζουν. εγώ διασχίζω την υγρασία για να βάλω νερό να ζεσταίνεται στο μπρίκι που βρίσκεται πάνω στο κουζινάκι και είναι ένα μεταλλικό αντικείμενο- είμαι. το βιβλίο που βασανίζω εδώ και ένα δίμηνο κάθεται στη θέση του συνοδηγού στο κρεβάτι μου και με κοιτάζει με βλέμμα λάγνο, παραπονιέται που δεν τ' αγγίζω και δεν περνάμε μαζί τόσο χρόνο όσο παλιά. Λάζλο, του λέω, αν με ήθελες ας έβρισκες τρόπο να με κρατήσεις- ξαναγυρίζω στην κουζίνα γιατί υποπτεύομαι πως το νερό βρίσκεται λίγα δεύτερα πριν το κόχλασμα. χτυπάω το δάκτυλο μου στη μαρμάρινη γωνία, ω το χρέος μας απέναντι στην εξέλιξη αποπληρώνεται από δυο ειδών πόνους, αυτόν του τοκετού και εκείνον της πρόσκρουσης του δακτύλου στο μάρμαρο. το νερό έχει κοχλάσει και ξέρω ότι θα κάνω πέντε λεπτά περισσότερο μέχρι να πιω μια γουλιά καφέ- η υγρασία δε βοηθάει. τίποτα δε στεγνώνει σε αυτό το νησί

τα κρεμασμένα μας ρούχα- τα πιάτα που πλένεις σαν αφορμή για να κοιτάξω την πλάτη σου -το μελάνι στα βιβλία που  κρατάμε σχηματίζει λιμνούλες στο πάτωμα- μέσα του επανεγγραφόμαστε άνθρωποι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου