Ραψωδία - Diane Seuss (μετάφραση)

Μου αρέσει να λέω τον γάμο γαμήσι

με την υποστήριξη της κυβέρνησης. Για να 

επιστρέψω στον κόσμο πρέπει να μάθω

πώς να αγαπάω τον κόσμο πάλι. Το πρόβλημά μου

είναι η λέξη πάλι. Δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνω

επιτελέσεις. Έρχομαι από μια μακρά γενιά

πεινασμένων ανθρώπων που μισούν τα αποφάγια.

Η μόνη ταινία που έχω δει πάνω από μία φορά

είναι το πρώτο Φράνκενσταϊν. Είναι λες και τρως


μια υπερβολικά ξινή πίκλα. Σε συνεφέρει αλλά πονάνε

τ' αρχίδια σου. Έγινα ειδική

από νωρίς στο ρομάντζο επιλέγοντας να φοράω ροζ

κάλτσες ως το γόνατο στις κηδείες. Κάθισα στο πάτωμα

της νεκροφόρας στη διαδρομή από την εκκλησία

στο νεκροταφείο, «κάνοντας το καλύτερο που μπορώ». Αυτό είναι 

ρομάντζο. Όπως τη φορά που η μητέρα μου με πήγε να δω

τη Μαίρη Πόπινς στα όγδοα γενέθλιά μου και κατέληξε

να γκρινιάζει αδιανόητα. Καταλαβαίνω γιατί δεν σου άρεσε,

της είπα, αλλά το λάτρεψα επειδή είμαι παιδί.


Στην πραγματικότητα το σιχάθηκα όσο εκείνη.

Αυτό είναι ρομάντζο. Ή η φορά που πήγε στο σφαγείο

για να βρει μια καρδιά για την εργασία μου στη βιολογία.

Ήταν ακόμα ζεστή, τυλιγμένη σε λευκό χαρτί.

Της την παρέδωσαν όπως ένα νεογέννητο και αναγούλιαζε

στον δρόμο για το σπίτι. Αυτό είναι ρομάντζο. Ένας ποιητής έγραψε

πως λατρεύει την οικονομία και απαιτεί ακρίβεια.

Έκατσα κι έψαξα τα αντίθετα:

υπερβολή, άγνοια, απερισκεψία, αμέλεια, σπατάλη.

Ένιωσα σαν ένα φτωχό παιδί που βρίσκει ένα τάλιρο και τρώει μέχρι σκασμού

ζαχαρωτά. Από εκείνη τη στιγμή, οτιδήποτε

έφτιαχνα ή διαφήμιζα θα ήταν Ροκοκό. Φιόγκοι

και αχτίδες φωτός που στολίζουν το κηροπήγιο

της κρεμαστής κούνιας. Έχω αντιθετική

διαταραχή στην ποίηση. Θέλω να εκφράζω

τη γνώμη μου για αυτούς που εκφράζουν τη γνώμη τους.

Μακάρι να μπορούσα να πηδήξω στη ράχη μιας μοτοσυκλέτας

και να πάω στο χωράφι με τις γλυκοπατάτες όπου η μητέρα

τάρανδος χτυπάει τις οπλές της και μουγκρίζει, και να ξαπλώσω κάτω στο χρυσοκίτρινο

έδαφος τα μεσάνυχτα και να δω το μάταιο θέαμα των μουδιασμένων


μετεωριτών που περιστρέφονται άσκοπα και μοιάζει τόσο με βυζί

που πιστεύει ότι έχει φτάσει τη νιρβάνα. Και να παρατηρήσω

με κυνικό βλέμμα μια οικογένεια νυφίτσες τη μια πίσω από την άλλη

να βγαίνουν από τον βάλτο με τους κέδρους και να τρώνε καραβίδες από μια σκάφη. Θέλω έναν μπαμπά

αρκούδο να σκίσει στα δύο το Δέντρο της Ζωής  ως τη μέση σκορπίζοντας 

τα σκουληκιασμένα μήλα. Η λεκιασμένη με μούρα μουσούδα του

αποτελεί δείγμα του τι θα μπορούσαμε να ορίζουμε ως πραγματικότητα.

Θέλω η επόμενη στροφή που θα φτιάξω να είναι αδικαιολόγητη.

Όπως όταν σε βιάζουν ομαδικά σε ένα θερμοκήπιο όταν είσαι δεκατεσσάρων

και το ονομάζουν μήνα του μέλιτος. Υποθέτω πως σήμερα αυτό θα λεγόταν


τραύμα, μια λέξη που έχω μάθει να σιχαίνομαι. Είναι σαν ένα χαριτωμένο κουτάβι

που γέρασε και που το μόνο νέο κόλπο του είναι να χέζει στο σπίτι,

ή ένα Χαντζαπλαστ στο «χρώμα του δέρματος»

που ταιριάζει μόνο στο δέρμα του ιδιοκτήτη της εταιρείας

Χάντζαπλαστ. Μια λέξη μέσω της κατάχρησης μπορεί να καταλήξει κενή,

κάτι που είναι επίσης μια κοινοτοπία, προκειμένου να μη λες σε κανέναν πως τον αγαπάς.

Αν μπορείς να πεις το γαμήσι κάνω έρωτα θα σε δολοφονήσω στον ύπνο σου.

Μην πεις δέχομαι. Είναι αυτό που λένε οι χαμένοι, αυτό που λένε οι ψεύτες,

ποτέ μην πάρεις όρκο φορώντας ρούχα που πρέπει να κρεμαστούν

σε κρεμάστρες με βάτες.


Όταν οι γυναίκες δολοφονούνται

οι άνθρωποι στην τηλεόραση σχολιάζουν πάντα το πόσο χαρούμενο ήταν το θύμα.

Λες και αν ήταν ένα ευδιάθετο καναρίνι θα την είχε προστατέψει

από το να της κόψουν το λαρύγγι. Η συμβουλή μου είναι να μείνεις σε έναν δρόμο

στον οποίο κανείς δεν θα πει, όταν σε δολοφονήσουν,

πράγματα σαν αυτά δεν συμβαίνουν εδώ. Για παράδειγμα σε μια γειτονιά

όπου κάθε σπίτι είναι ντροπή

για τη Γαλλία. Ο ενήλικος γιος μου με παίρνει τηλέφωνο το απόγευμα για να ρωτήσει

αν ποτέ αγάπησα τον πατέρα του. Πώς μπορώ

να εξηγήσω πως η συζυγική αγάπη είναι αδιανόητο κλισέ;


Είναι λες και με ρωτάει αν μου άρεσαν τα ροδάκινα

όταν ήμουν μωρό. Προτιμούσα

τον καπνό, τις νυχτοπεταλούδες, τα κύπελλα μπόουλινγκ,

και να χρησιμοποιώ τσιμπιδάκι για να ξεριζώνω τον κατάφωτο κώλο από μια πυγολαμπίδα

ώστε να τον πασαλείψω στο δάχτυλό μου σαν βέρα.

Η παροιμία λέει πως ένας κυνικός είναι ένας πληγωμένος ρομαντικός

εκτός από τον Αρθούρο Ρεμπώ που γεννήθηκε και πέθανε

μια μισάνθρωπη μέγαιρα. Θα ήθελα να υποθέσω

πως ένας ρομαντικός είναι ένας κυνικός που έχει μολυνθεί

από αναστάσιμες μεταφορές και πιστεύει στην ακεραιότητα


ενός σωστά

σπασμένου στίχου. Ξέρω

κάποιον που είδε έναν διάσημο

τραγουδιστή να μεταφέρεται

από ένα ξενοδοχείο στο Βέγκας

πάνω σε ένα φορείο με έναν σπασμένο

γλόμπο στον κώλο του.

Να είσαι αυτός ο τύπος.

Μην είσαι Χριστός, να είσαι Σάβανο.

Μην είσαι σωτήρας, να είσαι λεκές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου